Η πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και η άνοδος του ενεργειακού κόστους αναγκάζουν την Τουρκία να αναθεωρήσει σημαντικά τον οικονομικό της σχεδιασμό, καθώς η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολη από ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί
Το νέο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα της τουρκικής κυβέρνησης για την περίοδο 2027-2029 προβλέπει χαμηλότερη ανάπτυξη και αισθητά υψηλότερο πληθωρισμό σε σχέση με τους προηγούμενους στόχους.
Από το 9% στο 21% ο στόχος για τον πληθωρισμό
Η πιο εντυπωσιακή αλλαγή αφορά τον πληθωρισμό. Η κυβέρνηση πλέον τοποθετεί τον στόχο για το τέλος του 2027 στο 21%, έναντι 9% που προβλεπόταν προηγουμένως.
Για το 2028 προβλέπει αποκλιμάκωση στο 13,5% και για το 2029 επιστροφή σε μονοψήφιο επίπεδο, στο 9%. Για το τέλος του 2026, η νέα εκτίμηση διαμορφώνεται στο 28,4%, έναντι 16% που προέβλεπε το προηγούμενο πρόγραμμα.
Η απόσταση από τις προβλέψεις της κεντρικής τράπεζας είναι αξιοσημείωτη. Ο διοικητής της, Φατίχ Καραχάν, είχε αναθεωρήσει τον Αύγουστο την πρόβλεψη για τον πληθωρισμό του 2027 στο 15%, υπό την προϋπόθεση ότι θα διατηρηθεί η περιοριστική νομισματική πολιτική.
Η κυβέρνηση, πάντως, αποδίδει μεγάλο μέρος της αναθεώρησης στις επιπτώσεις του πολέμου. Ο αντιπρόεδρος Τζεβντέτ Γιλμάζ δήλωσε ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κεντρικής τράπεζας, οι άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις της σύγκρουσης στον τουρκικό πληθωρισμό ανέρχονται σε περίπου 7 ποσοστιαίες μονάδες.
«Ψαλιδίζεται» η ανάπτυξη
Παράλληλα, η Άγκυρα χαμηλώνει τον πήχη για την ανάπτυξη.
Η πρόβλεψη για το 2026 περιορίζεται στο 3,3%, από 3,8% προηγουμένως, ενώ για το 2027 η κυβέρνηση προβλέπει ανάπτυξη 4,2%, έναντι 4,3% στο προηγούμενο πρόγραμμα.
Στη συνέχεια, ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να αυξηθεί στο 4,6% το 2028 και στο 5% το 2029.
Η αναθεώρηση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η τουρκική οικονομία εμφανίζει ήδη σημάδια επιβράδυνσης. Το δεύτερο τρίμηνο του 2026 το ΑΕΠ αυξήθηκε μόλις κατά 2,3% σε ετήσια βάση, κάτω από τις προσδοκίες, καθώς η περιοριστική νομισματική πολιτική και οι επιπτώσεις του πολέμου περιόρισαν την εσωτερική ζήτηση.
Ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από 30%
Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η μάχη με τον πληθωρισμό παραμένει δύσκολη.
Ο ετήσιος πληθωρισμός υποχώρησε τον Αύγουστο στο 31,51%, από 31,75% τον Ιούλιο, σύμφωνα με την τουρκική στατιστική υπηρεσία. Σε μηνιαία βάση, ωστόσο, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 1,84%.
Οι υψηλότερες αυξήσεις καταγράφηκαν μεταξύ άλλων στη στέγαση και ενέργεια, στις μεταφορές και στα τρόφιμα, καταδεικνύοντας τον ρόλο που εξακολουθεί να διαδραματίζει το ενεργειακό κόστος στις πληθωριστικές πιέσεις.
Η τουρκική κεντρική τράπεζ έχει ήδη ανεβάσει την πρόβλεψή της για τον πληθωρισμό του 2026 στο 28%, ενώ το βασικό της επιτόκιο βρίσκεται στο 37%. Οι αγορές αναμένουν ιδιαίτερα προσεκτικές κινήσεις στη νομισματική πολιτική, καθώς η επόμενη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου είναι προγραμματισμένη για τις 10 Σεπτεμβρίου.
Μεγαλύτερο και το δημοσιονομικό βάρος
Το νέο πρόγραμμα προβλέπει επίσης δημοσιονομικό έλλειμμα 3,5% του ΑΕΠ το 2027, πριν υποχωρήσει στο 3,1% το 2028 και στο 2,8% το 2029.
Η Άγκυρα επιχειρεί έτσι να διατηρήσει τη δημοσιονομική πειθαρχία, χωρίς όμως να επιβαρύνει περαιτέρω μια οικονομία που ήδη αντιμετωπίζει υψηλά επιτόκια, ασθενέστερη εσωτερική ζήτηση και αυξημένο κόστος εισαγωγής ενέργειας.
Το βασικό στοίχημα της κυβέρνησης παραμένει η συνέχιση της διαδικασίας αποπληθωρισμού και η σταθερότητα των τιμών, παράλληλα με την επιστροφή της ανάπτυξης σε υψηλότερους ρυθμούς.
Και στο βάθος… οι εκλογές
Η οικονομική εξίσωση αποκτά και πολιτική διάσταση, καθώς στην Τουρκία έχουν ήδη ενταθεί τα σενάρια για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες.
Ο Γιλμάζ δήλωσε μετά την παρουσίαση του προγράμματος ότι αυτό καταρτίστηκε με την παραδοχή πως οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν κανονικά, δηλαδή προς την άνοιξη ή το καλοκαίρι του 2028. Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επίσπευσης, σημειώνοντας ότι η σχετική απόφαση ανήκει στη Βουλή.
Έτσι, η κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καλείται να διαχειριστεί μια ιδιαίτερα δύσκολη ισορροπία: να συνεχίσει τη σφιχτή οικονομική πολιτική που απαιτείται για την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, χωρίς να προκαλέσει μεγαλύτερη επιβράδυνση, ενώ παράλληλα το κόστος της ενέργειας παραμένει ευάλωτο στις εξελίξεις του πολέμου.
Για τις αγορές, η μεγάλη αναθεώρηση από το 9% στο 21% δεν είναι απλώς μια αλλαγή αριθμού. Αποτελεί ένδειξη ότι η επιστροφή της τουρκικής οικονομίας σε συνθήκες σταθερότητας θα χρειαστεί περισσότερο χρόνο — και πιθανότατα περισσότερη νομισματική και δημοσιονομική πειθαρχία — από όσο υπολόγιζε μέχρι πρόσφατα η Άγκυρα.

