Η επέλαση των φιλοϊρανών ανταρτών στην Υεμένη, η απειλή για τις θαλάσσιες οδούς και το δύσκολο δίλημμα της Ουάσινγκτον
Σε δύσκολη θέση βρίσκεται η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στις νέες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, καθώς οι υποστηριζόμενοι από το Ιράν Χούθι ενισχύουν τον έλεγχό τους σε στρατηγικά σημεία της Υεμένης, προκαλώντας παράλληλα νέες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Η κατάληψη του λιμανιού της Μόκα στην Ερυθρά Θάλασσα, καθώς και τριών νησιών στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο της θαλάσσιας οδού, φέρνει εκ νέου στο προσκήνιο το ενδεχόμενο μιας πιο άμεσης αμερικανικής εμπλοκής.
Η Ουάσινγκτον, ωστόσο, βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά μπορεί να αυξήσει την υποστήριξή της προς τις δυνάμεις που μάχονται τους Χούθι. Από την άλλη, μπορεί να αφήσει τις χώρες της περιοχής να διαχειριστούν την κρίση, αναλαμβάνοντας όμως τον κίνδυνο μιας περαιτέρω ανόδου στις τιμές του πετρελαίου.
Στα 109 δολάρια το πετρέλαιο
Οι νέες εξελίξεις έχουν ήδη προκαλέσει έντονες πιέσεις στην ενεργειακή αγορά. Η τιμή του πετρελαίου έφτασε τη Δευτέρα έως τα 109 δολάρια το βαρέλι, καθώς περιορίζεται η ναυσιπλοΐα μέσω του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, του στρατηγικού περάσματος που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν.
Την ίδια στιγμή, προβλήματα έχουν προκύψει και στη λειτουργία του πετρελαιαγωγού East-West της Σαουδικής Αραβίας, μετά από επίθεση που το Ριάντ απέδωσε σε φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ.
Οι εξελίξεις δημιουργούν φόβους για παρατεταμένη αναστάτωση στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά, με τις τιμές να ενσωματώνουν ολοένα και περισσότερο το γεωπολιτικό ρίσκο.
Η στάση της Ουάσινγκτον
Παρά την κλιμάκωση, η αμερικανική κυβέρνηση εμφανίζεται μέχρι στιγμής ιδιαίτερα προσεκτική ως προς μια νέα στρατιωτική εμπλοκή.
Ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος επανέλαβε τη θέση της Ουάσινγκτον ότι προτεραιότητα αποτελεί η προστασία των βασικών συμφερόντων εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, μεταξύ άλλων η ελευθερία της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα, ενώ παράλληλα οι περιφερειακοί σύμμαχοι καλούνται να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο στην αντιμετώπιση των απειλών ασφαλείας.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς δήλωσε ότι η Ουάσινγκτον βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και άλλες χώρες της περιοχής, ενώ αποκάλυψε ότι υπάρχουν και απευθείας συνομιλίες με τους Χούθι.
Ωστόσο, Αμερικανοί και Άραβες αξιωματούχοι εκφράζουν ανησυχία για την πορεία των εξελίξεων, με έναν Άραβα διπλωμάτη να χαρακτηρίζει τη στάση της Ουάσινγκτον ως ένδειξη αδράνειας και «αδιαφορίας».
Το Ριάντ αναζητά αμερικανική στήριξη
Παρά τη συγκρατημένη στάση της Ουάσινγκτον, η στρατιωτική συνεργασία ΗΠΑ και Σαουδικής Αραβίας παραμένει ενεργή.
Ο διοικητής της CENTCOM, ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, συναντήθηκε στη Τζέντα με τον Σαουδάραβα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Σύμφωνα με τη CENTCOM, στο επίκεντρο βρέθηκαν ζητήματα περιφερειακής συνεργασίας και ασφάλειας.
Δημοσιεύματα, πάντως, αναφέρουν ότι το Ριάντ έχει ζητήσει από την Ουάσινγκτον μεγαλύτερη υποστήριξη για την αντιμετώπιση των Χούθι, ακόμη και για την πραγματοποίηση επιθέσεων εναντίον τους. Οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί επίσημα από τον Λευκό Οίκο ή τη Σαουδική Αραβία.
Η ανησυχία του Ριάντ είναι ότι ο έλεγχος στρατηγικών περιοχών της Υεμένης από τους Χούθι θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μόνιμη απειλή για την εθνική ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας.
«Αποτυχία επικών διαστάσεων»
Η ταχύτητα με την οποία οι Χούθι προχώρησαν στην κατάληψη στρατηγικών θέσεων έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό.
Οι δυνάμεις της Υεμένης που υποστηρίζονται από τη Σαουδική Αραβία, αλλά και οι ευρύτερες στρατιωτικές δυνατότητες του Ριάντ και της Ουάσινγκτον, δεν κατάφεραν να ανακόψουν την προέλαση.
Αξιωματούχος της περιοχής χαρακτήρισε την εξέλιξη, σύμφωνα με το CNN, «σαουδαραβο-αμερικανική γκάφα επικών διαστάσεων».
Την ίδια ώρα, η Υεμένη φέρεται να ζητά από τις ΗΠΑ την επαναφορά της υποστήριξης προς τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας, αλλά και την ενίσχυση των ανθρωπιστικών προγραμμάτων.
Φόβοι για έναν νέο μακρύ πόλεμο
Οι εξελίξεις ενισχύουν τους φόβους ότι η σύγκρουση στην Υεμένη μπορεί να αποκτήσει παρατεταμένο χαρακτήρα.
Στο πλαίσιο αυτό, αναβλήθηκε και προγραμματισμένη συνάντηση των κρατών του Κόλπου με το Ιράν στο Ομάν, εξέλιξη που προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας στις ήδη τεταμένες σχέσεις της περιοχής.
Αναλυτές και πρώην Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι οι κινήσεις της Σαουδικής Αραβίας και της κυβέρνησης της Υεμένης μέχρι στιγμής δεν δείχνουν ικανές να ανατρέψουν την κατάσταση.
Το βασικό ερώτημα πλέον είναι αν η Ουάσινγκτον θα επιλέξει να αυξήσει την εμπλοκή της ή θα αφήσει τους συμμάχους της στον Κόλπο να διαχειριστούν την κρίση. Σε κάθε περίπτωση, οι αγορές έχουν ήδη αρχίσει να τιμολογούν το αυξημένο γεωπολιτικό ρίσκο, με το πετρέλαιο και τις θαλάσσιες μεταφορές να βρίσκονται στο επίκεντρο των ανησυχιών.

