Σταμάτησε πλήρως η παραγωγή στα κοιτάσματα Χαμάντα και Ταχάρα – Προειδοποιήσεις για επέκταση των περικοπών εάν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματα της Φρουράς Πετρελαϊκών Εγκαταστάσεων
Με κήρυξη ανωτέρας βίας προειδοποιεί η Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου της Λιβύης (NOC), μετά την απόφαση μελών της δύναμης ασφαλείας που προστατεύει τις ενεργειακές υποδομές να κλείσουν βαλβίδα κεντρικού αγωγού και να διακόψουν την παραγωγή σε δύο πετρελαϊκά κοιτάσματα.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της NOC, η παραγωγή σταμάτησε πλήρως στα πεδία Χαμάντα και Ταχάρα, καθώς και σε αντλιοστάσιο, όταν μέλη της Φρουράς Πετρελαϊκών Εγκαταστάσεων έκλεισαν βαλβίδα στον βασικό αγωγό αργού Χαμάντα–Ζαουίγια.
Η κατάσταση κινδυνεύει να κλιμακωθεί, καθώς η Φρουρά ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει να επιβάλει μερικές περικοπές παραγωγής διάρκειας μίας εβδομάδας σε επιπλέον πετρελαϊκά πεδία, μεταξύ των οποίων τα Γουάφα, Αλ Χάμσα και Ελ Φιλ.
Εάν τα αιτήματά της δεν ικανοποιηθούν, προειδοποιεί ότι θα προχωρήσει σε πλήρη διακοπή της παραγωγής.
Τι ζητούν οι φρουροί
Η Φρουρά Πετρελαϊκών Εγκαταστάσεων ζητεί να μεταφερθεί διοικητικά και οικονομικά από το υπουργείο Άμυνας της Λιβύης στην Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου.
Παράλληλα, απαιτεί να παρουσιαστεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Χρησιμοποιώντας τον έλεγχο κρίσιμων πετρελαϊκών υποδομών ως μέσο πίεσης, τα μέλη της επιδιώκουν να υποχρεώσουν τις αρμόδιες αρχές να ικανοποιήσουν τα αιτήματά τους.
Η NOC ανακοίνωσε ότι ενδέχεται να κηρύξει κατάσταση ανωτέρας βίας εάν δεν ανοίξει άμεσα η βαλβίδα του αγωγού ή εάν οι διακοπές επεκταθούν και σε άλλα κοιτάσματα.
Η επίκληση ανωτέρας βίας επιτρέπει σε μια εταιρεία να αναστείλει προσωρινά τις συμβατικές υποχρεώσεις της για παραδόσεις πετρελαίου εξαιτίας γεγονότων που βρίσκονται εκτός του ελέγχου της.
Το πετρέλαιο ως μέσο πολιτικής πίεσης
Δεν είναι η πρώτη φορά που η παραγωγή πετρελαίου στη Λιβύη διακόπτεται λόγω πολιτικών ή οικονομικών διεκδικήσεων.
Από την εξέγερση του 2011, η οποία οδήγησε στην ανατροπή του Μουαμάρ Καντάφι, πολιτικές ομάδες, ένοπλες οργανώσεις και εργαζόμενοι έχουν επανειλημμένα καταλάβει πετρελαϊκά πεδία, αγωγούς και τερματικούς σταθμούς, χρησιμοποιώντας τις εξαγωγές ως μοχλό πίεσης.
Η νέα κρίση ξεσπά σε μια περίοδο κατά την οποία η Λιβύη επιχειρεί να αυξήσει σημαντικά την παραγωγή της και να προσελκύσει ξανά τις μεγάλες διεθνείς ενεργειακές εταιρείες.
Στόχος τα 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως
Η λιβυκή παραγωγή έχει αυξηθεί σε περίπου 1,4 εκατ. βαρέλια την ημέρα, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων περισσότερων από δέκα ετών.
Η NOC επιδιώκει να ανεβάσει την ημερήσια παραγωγή στα 1,6 εκατ. βαρέλια μέχρι το τέλος του 2026 και στα 2 εκατ. βαρέλια στις αρχές της επόμενης δεκαετίας.
Σύμφωνα με τον πρόεδρό της, Μασούντ Σουλεϊμάν, για την επίτευξη αυτών των στόχων θα απαιτηθούν ξένες επενδύσεις ύψους 36 έως 40 δισ. δολαρίων.
Στον προϋπολογισμό της Λιβύης για το 2026 προβλέφθηκε χρηματοδότηση 2 δισ. δολαρίων προς την NOC, προκειμένου να υποστηριχθούν τα σχέδια αύξησης της παραγωγής.
Επιστρέφουν οι διεθνείς εταιρείες
Το επενδυτικό ενδιαφέρον για τη λιβυκή αγορά έχει ήδη αναθερμανθεί. Μέσα στο 2026 υπογράφηκαν συμφωνίες έρευνας και κατανομής παραγωγής με τη Repsol, την Turkish Petroleum, την Eni, την QatarEnergy και τη MOL, μετά τον πρώτο μεγάλο γύρο παραχωρήσεων που πραγματοποίησε η χώρα εδώ και 17 χρόνια.
Την επιστροφή τους στη Λιβύη εξετάζουν επίσης η BP, η Shell, η Exxon και η Chevron.
Η νέα διακοπή, όμως, υπενθυμίζει τον βασικό κίνδυνο για τους ξένους επενδυτές: παρά τα μεγάλα αποθέματα και τη δυνατότητα αύξησης της παραγωγής, ο πετρελαϊκός τομέας της χώρας παραμένει ευάλωτος σε πολιτικές αντιπαραθέσεις και ένοπλες παρεμβάσεις.
Η Λιβύη μπορεί να διαθέτει κοιτάσματα ικανά να παράγουν πολύ μεγαλύτερες ποσότητες. Η πραγματική ροή του πετρελαίου, όμως, εξακολουθεί να εξαρτάται από το ποιος ελέγχει τις βαλβίδες.

