Μετά την καταστροφική πυρκαγιά στο Kehlsteinhaus, ιστορικοί και Αρχές διαφωνούν για το αν πρέπει να ανοικοδομηθεί ή να αποκτήσει μια νέα μορφή ως τόπος μνήμης
Στα 1.834 μέτρα, πάνω από το Μπερχτεσγκάντεν και με θέα που φτάνει μέχρι τις αυστριακές Άλπεις, το Kehlsteinhaus αποτελούσε για δεκαετίες έναν από τους πιο παράξενους τόπους μνήμης στη Γερμανία.
Ένα εντυπωσιακό ορεινό κτίσμα που κατασκευάστηκε από το ναζιστικό καθεστώς, συνδέθηκε με τον Αδόλφο Χίτλερ και μετά τον πόλεμο μετατράπηκε σε τουριστικό προορισμό με εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο.
Τώρα, μεγάλο μέρος του έχει καταστραφεί.
Η πυρκαγιά της 23ης Οκτωβρίου προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές στο ιστορικό κτίριο. Περίπου 200 μέλη των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης κινητοποιήθηκαν για την κατάσβεση, σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες λόγω του υψομέτρου και της πρόσβασης στο σημείο. Δεν αναφέρθηκαν τραυματισμοί. Οι γερμανικές Αρχές συνέλαβαν έναν 33χρονο Γερμανό ως ύποπτο για εμπρησμό, ο οποίος με δικαστική απόφαση τέθηκε προσωρινά σε ψυχιατρικό νοσοκομείο, ενώ η έρευνα για τα κίνητρα συνεχίζεται.
Και κάπως έτσι, μαζί με τις φλόγες, επέστρεψε ένα παλιό και εξαιρετικά δύσκολο ερώτημα για τη Γερμανία.
Τι πρέπει να κάνει μια χώρα με τα κτίρια που άφησε πίσω της μια δικτατορία;
Ένα κτίριο που κουβαλά πολύ περισσότερα από πέτρα και μπετόν
Το Kehlsteinhaus κατασκευάστηκε την περίοδο 1937-1938 στο Όμπερζαλτσμπεργκ, περιοχή που είχε μετατραπεί σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της ναζιστικής εξουσίας.
Το κτίριο χρησιμοποιούνταν ως χώρος υποδοχής και εκπροσώπησης του καθεστώτος, αν και ο ίδιος ο Χίτλερ το επισκεπτόταν σχετικά σπάνια.
Μετά τον πόλεμο η χρήση του άλλαξε δραστικά. Από το 1952 λειτουργούσε ως ορεινό εστιατόριο και τουριστικός προορισμός, ενώ σταδιακά εντάχθηκε και σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ιστορικής τεκμηρίωσης της ναζιστικής περιόδου.
Πριν από την πυρκαγιά, περίπου 350.000 άνθρωποι επισκέπτονταν το σημείο κάθε τουριστική περίοδο, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται γερμανικά μέσα.
Αυτό ακριβώς κάνει τη σημερινή συζήτηση τόσο περίπλοκη.
Το Kehlsteinhaus είναι ταυτόχρονα αρχιτεκτονικό κατάλοιπο του Τρίτου Ράιχ, τεκμήριο μιας σκοτεινής ιστορικής περιόδου, εκπαιδευτικός χώρος και σημαντική πηγή τουριστικής δραστηριότητας για την περιοχή.
Να ξαναχτιστεί σαν να μην κάηκε ποτέ;
Οι πρώτες δηλώσεις από την πολιτική ηγεσία της Βαυαρίας έδειξαν προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης.
Ο υπουργός Εσωτερικών της Βαυαρίας Γιόαχιμ Χέρμαν έχει ταχθεί υπέρ της επαναφοράς του χώρου σε λειτουργία, ενώ η κυβέρνηση του κρατιδίου έχει ξεκαθαρίσει ότι η εγκατάλειψη των ερειπίων δεν θεωρείται αυτονόητη επιλογή.
Οι ιστορικοί, ωστόσο, βάζουν έναν σημαντικό αστερίσκο.
Άλλο αποκατάσταση και άλλο πιστό αντίγραφο.
Ο Γενς-Κρίστιαν Βάγκνερ, διευθυντής των μνημείων των πρώην στρατοπέδων συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ και Μίτελμπαου-Ντόρα, έχει εκφράσει την αντίθεσή του σε μια πλήρη ανακατασκευή του Kehlsteinhaus στην προηγούμενη μορφή του.
Το επιχείρημά του είναι ότι ένα αντίγραφο δεν έχει πλέον την ίδια αξία ως αυθεντικό ιστορικό τεκμήριο. Μπορεί να μοιάζει με το παρελθόν, αλλά δεν είναι το ίδιο το παρελθόν.
Ο ίδιος προτείνει μια διαφορετική λύση: έναν νέο σχεδιασμό που θα ενσωματώνει όσα τμήματα του αυθεντικού κτιρίου μπορούν να διασωθούν και θα εξηγεί ξεκάθαρα στον επισκέπτη το ιστορικό πλαίσιο του χώρου.
Το πρόβλημα με μια «καινούργια Αετοφωλιά»
Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο ευαίσθητη εξαιτίας του συμβολικού φορτίου του κτιρίου.
Μια πιστή ανακατασκευή ενός χώρου που ταυτίστηκε με την κορυφή της ναζιστικής εξουσίας μπορεί εύκολα να αποκτήσει διαφορετική σημασία για διαφορετικούς επισκέπτες.
Για κάποιον θα αποτελεί ιστορικό μνημείο.
Για κάποιον άλλον, ένα εντυπωσιακό τουριστικό αξιοθέατο.
Και για έναν νεοναζί, ενδεχομένως έναν τόπο με εντελώς διαφορετικό συμβολισμό.
Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που οι γερμανικές Αρχές αντιμετωπίζουν με προσοχή την τύχη των ερειπίων. Οι υπεύθυνοι φοβούνται ότι ακόμη και μια εγκαταλελειμμένη κατασκευή θα μπορούσε να αποκτήσει χαρακτήρα τόπου συγκέντρωσης ή εξιδανίκευσης του ναζιστικού παρελθόντος. Ο Βάγκνερ έχει μάλιστα προειδοποιήσει ότι ούτε η απλή διατήρηση της καμένης «Αετοφωλιάς» ως ρομαντικού ερειπίου αποτελεί ασφαλή λύση.
Το παράδοξο είναι προφανές.
Η πλήρης ανακατασκευή κινδυνεύει να δημιουργήσει μια σχεδόν «καινούργια» εκδοχή ενός μνημείου του ναζισμού.
Η εγκατάλειψη, από την άλλη, μπορεί να φορτίσει το ίδιο ερείπιο με ακόμη μεγαλύτερο μυστικισμό.
Η Γερμανία και η δύσκολη τέχνη της μνήμης
Πίσω από το Kehlsteinhaus βρίσκεται μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση για τη γερμανική Erinnerungskultur, την κουλτούρα μνήμης που αναπτύχθηκε μεταπολεμικά γύρω από τα εγκλήματα του ναζισμού.
Η λογική της στηρίζεται στη διατήρηση της ιστορικής γνώσης χωρίς εξωραϊσμό και χωρίς τη μετατροπή των τόπων του ναζιστικού καθεστώτος σε αντικείμενα θαυμασμού.
Γι’ αυτό και το δίλημμα για την «Αετοφωλιά» δεν περιορίζεται σε μια αρχιτεκτονική αποκατάσταση.
Αφορά το πώς παρουσιάζεις έναν χώρο εξουσίας ενός εγκληματικού καθεστώτος σχεδόν έναν αιώνα αργότερα.
Στο κοντινό Όμπερζαλτσμπεργκ η Γερμανία έχει ήδη αντιμετωπίσει παρόμοια προβλήματα. Το Μπέργκχοφ, η κατοικία του Χίτλερ στην περιοχή, καταστράφηκε προς το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τα υπολείμματά του δεν μετατράπηκαν σε τουριστικό μνημείο. Παράλληλα, το Κέντρο Τεκμηρίωσης του Όμπερζαλτσμπεργκ λειτουργεί σήμερα με στόχο την ιστορική ενημέρωση γύρω από τον εθνικοσοσιαλισμό και τη χρήση της περιοχής από τη ναζιστική ηγεσία.
Η προσέγγιση αυτή δείχνει και προς μία πιθανή κατεύθυνση για το Kehlsteinhaus.
Ούτε αποκατάσταση που θα εξαφανίσει τα ίχνη της πυρκαγιάς, ούτε εγκατάλειψη ενός ερειπίου χωρίς ερμηνεία.
Από τουριστικό αξιοθέατο σε νέο τόπο μνήμης;
Τοπικοί φορείς έχουν ήδη προτείνει μια ενδιάμεση λύση.
Να διασωθούν όσα αυθεντικά τμήματα μπορούν να σωθούν, να δημιουργηθεί ένας νέος λειτουργικός χώρος και η ίδια η πυρκαγιά να ενσωματωθεί στη μελλοντική αφήγησή του. Ο επικεφαλής της αρμόδιας τοπικής ένωσης, Μπαρτλ Βίμερ, έχει υποστηρίξει ότι ούτε η πλήρης κατεδάφιση ούτε η πιστή ανακατασκευή αποτελούν τη δική του προτιμώμενη επιλογή, προκρίνοντας ένα νέο συνολικό concept.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας.
Η φωτιά κατέστρεψε μεγάλο μέρος ενός κτιρίου που για δεκαετίες βρισκόταν σε μια παράξενη ισορροπία ανάμεσα στον τουρισμό και την ιστορική μνήμη.
Τώρα η Γερμανία πρέπει να αποφασίσει τι ακριβώς θέλει να υπάρχει στην κορυφή του βουνού.
Ένα αντίγραφο του παρελθόντος, ένα ερείπιο ή ένας καινούργιος χώρος που θα εξηγεί γιατί το παρελθόν αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αξιοθέατο χωρίς συμφραζόμενα.

