Η ταινία που τον έκανε σταρ αποδείχθηκε, σύμφωνα με τον ίδιο, ένα από τα πιο δύσκολα γυρίσματα της ζωής του
Το The Graduate είναι μία από εκείνες τις ταινίες που μοιάζουν να έχουν μείνει για πάντα στην ιστορία του αμερικανικού σινεμά.
Για τον Ντάστιν Χόφμαν, όμως, η εμπειρία πίσω από την κάμερα δεν είχε τίποτα το μυθικό.
Σε νέο κείμενό του για το The New Yorker, ο ηθοποιός επιστρέφει στα γυρίσματα της ταινίας του 1967 που τον έκανε διάσημο και περιγράφει μια περίοδο γεμάτη ανασφάλεια, φόβο και ένταση.
«Ήταν μια φρικτή εμπειρία να γυρίζω την ταινία που άλλαξε τη ζωή μου», γράφει.
Κι αυτό από μόνο του λέει αρκετά.
«Ένιωθα ότι δεν είχα καμία θέση εκεί»
Όταν ο Μάικ Νίκολς ενδιαφέρθηκε για εκείνον, ο Χόφμαν δεν ήταν καν σίγουρος ότι έπρεπε να περάσει από δοκιμαστικό.
Είχε διαβάσει το μυθιστόρημα του Τσαρλς Γουέμπ και θεωρούσε ότι ο χαρακτήρας του Μπέντζαμιν Μπράντοκ ήταν το ακριβώς αντίθετο από τον ίδιο.
Ο ήρωας παρουσιαζόταν ως ο τέλειος νεαρός της εύπορης αμερικανικής οικογένειας, αθλητικός, άριστος μαθητής, αρχηγός της ομάδας debate και με όλη εκείνη την «all-American» εικόνα που ο Χόφμαν πίστευε ότι δεν εξέπεμπε καθόλου.
Ο ίδιος θυμάται ότι αναρωτιόταν γιατί να επιλέξει κανείς εκείνον για έναν χαρακτήρα που, στα μάτια του, έμοιαζε τόσο διαφορετικός από την προσωπική του εικόνα.
Τελικά, ο ατζέντης του τον έπεισε να κάνει το screen test.
Και πήρε τον ρόλο που θα άλλαζε την καριέρα του.
Ο Μάικ Νίκολς και η διαρκής αίσθηση ότι μπορεί να απολυθεί
Στην αρχή, κατά τις πρόβες, ο Χόφμαν είχε σχηματίσει διαφορετική εικόνα για τον Νίκολς.
Στο γύρισμα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν.
Σύμφωνα με τον ηθοποιό, ο σκηνοθέτης ήταν συχνά απότομος και δύσθυμος και αυτό τον έκανε να νιώθει διαρκώς ότι κάτι έκανε λάθος.
Ο Χόφμαν γράφει ότι πολλές φορές φοβόταν πως ο Νίκολς είχε πλέον καταλάβει ότι είχε κάνει λάθος επιλογή στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ακόμη και σε σκηνές που σήμερα θεωρούνται εμβληματικές, ο ίδιος θυμάται ότι βρισκόταν μπροστά στην κάμερα χωρίς να αισθάνεται καθόλου σίγουρος για όσα έκανε.
Και κάπου μέσα σε αυτή την ένταση, όπως λέει, η συμπεριφορά του Νίκολς απέναντί του άρχισε να παίρνει πιο σκληρή μορφή.
Οι 27 σφαλιάρες που δεν μπήκαν ποτέ στην ταινία
Μία από τις πιο ακραίες ιστορίες αφορά μια σκηνή με την Κάθριν Ρος.
Στη συγκεκριμένη σκηνή, ο Μπέντζαμιν μπαίνει στο δωμάτιο της Ελέιν, βρεγμένος από τη βροχή, για να της αποκαλύψει ότι είχε σχέση με μεγαλύτερη γυναίκα.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, εκείνη καταλαβαίνει ότι η γυναίκα αυτή ήταν η ίδια της η μητέρα.
Η Ρος έπρεπε να τον χαστουκίσει.
Μόνο που το γύρισμα δεν σταμάτησε σε μία ή δύο λήψεις.
Σύμφωνα με τον Χόφμαν, ο Νίκολς ζήτησε να επαναλάβουν τη σκηνή 27 φορές.
Και κάθε φορά της έλεγε να τον χτυπήσει πιο δυνατά.
Η Ρος, όπως θυμάται, φοβόταν ότι θα τον τραυματίσει. Ο ίδιος της είπε απλώς να προσέξει να μην τον χτυπήσει στο αυτί.
Δεν τα κατάφερε πάντα.
Μέχρι το τέλος της ημέρας, ο Χόφμαν ήταν ζαλισμένος.
Το πιο παράλογο;
Η συγκεκριμένη σφαλιάρα δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ στην τελική ταινία.
Την επόμενη μέρα τρύπησε το τύμπανό του
Σαν να μην έφτανε αυτό, την αμέσως επόμενη ημέρα ο Χόφμαν έπρεπε να γυρίσει υποβρύχια σκηνή φορώντας στολή κατάδυσης.
Ύστερα από αρκετές λήψεις, βγήκε στην επιφάνεια και παρατήρησε αίμα να τρέχει από το αυτί του.
Ο συνδυασμός των χτυπημάτων της προηγούμενης ημέρας και της πίεσης κάτω από το νερό είχε προκαλέσει διάτρηση τυμπάνου.
Για τον ίδιο, αυτή η ιστορία μοιάζει να συμπυκνώνει όλη την εμπειρία του από το The Graduate.
Μια ταινία που εξωτερικά έμοιαζε με το μεγαλύτερο επαγγελματικό δώρο της ζωής του, αλλά από μέσα ήταν γεμάτη φόβο, αμφιβολία και σωματική εξάντληση.
Η ταινία που τελικά άλλαξε τα πάντα
Το The Graduate κυκλοφόρησε στις 22 Δεκεμβρίου 1967.
Η ιστορία του αποπροσανατολισμένου νεαρού Μπέντζαμιν, που μπλέκει σε σχέση με τη μεγαλύτερη σε ηλικία κυρία Ρόμπινσον και στη συνέχεια ερωτεύεται την κόρη της, έγινε μία από τις πιο χαρακτηριστικές ταινίες της εποχής.
Η ταινία απέσπασε επτά υποψηφιότητες για Όσκαρ και χάρισε στον Μάικ Νίκολς το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας.
Για τον Ντάστιν Χόφμαν, ήταν η αρχή μιας τεράστιας καριέρας.
Μόνο που, σχεδόν έξι δεκαετίες αργότερα, ο ίδιος επιλέγει να θυμάται κάτι διαφορετικό από τη δόξα.
Την αμηχανία.
Τον φόβο ότι δεν ήταν αρκετός.
Και μια ταινία που, πριν τον κάνει σταρ, τον έκανε να πιστέψει ότι μπορεί να απολυθεί ανά πάσα στιγμή.

