Έως τα τέλη Ιανουαρίου θα φανεί πώς σκοπεύει ο πρωθυπουργός να λύσει εκκρεμότητες
και ποιες θα είναι οι κατευθυντήριες γραμμές που θα ακολουθήσει
Το πολιτικά πυκνό χρονικό διάστημα, που άρχισε με την ψήφιση του Προϋπολογισμού την περασμένη Κυριακή και θα κορυφωθεί περί τα τέλη Ιανουαρίου του επόμενου έτους, φαίνεται να ορίζει και το ιδιαίτερο πλαίσιο στο οποίο θα κινηθούν οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας, αλλά κυρίως θα συμβάλει στη διαμόρφωση των συνθηκών για τη λήψη σημαντικών αποφάσεων του πρωθυπουργού σε πολλά και καθοριστικά πεδία.
Οι περίπου 40 ημέρες έως τα τέλη Ιανουαρίου θα δείξουν πώς ο πρωθυπουργός σκοπεύει να λύσει ορισμένες πολιτικές εκκρεμότητες και ζητήματα άμεσης προτεραιότητας ,αλλά με ευρύτερη πολιτική επίδραση, και ποιες θα είναι οι κατευθυντήριες γραμμές που θα ακολουθήσει. Κατά χρονική σειρά, το πρώτο κρίσιμο πολιτικό ραντεβού ήταν η ψήφιση του Προϋπολογισμού. Η φετινή διαδικασία είχε προσλάβει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφενός επειδή επρόκειτο για τον πρώτο Προϋπολογισμό ο οποίος εντάσσεται στο νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό περιβάλλον, κυρίως όμως για συγκεκριμένους πολιτικούς λόγους.
Στην ψήφιση του Προϋπολογισμού φάνηκαν και ποιες ακριβώς είναι οι πολιτικές διαθέσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης, αλλά και των βουλευτών της ΝΔ, που κατά το πρόσφατο διάστημα είχαν εκδηλώσει πολλαπλώς τη διαφωνία τους με κυβερνητικές επιλογές. Φάνηκε επίσης και η στάση που έλαβε ο διαγραφείς από τη ΝΔ πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, αλλά και επί μέρους ανεξάρτητοι βουλευτές.
Πάντως η ψηφοφορία επί του Προϋπολογισμού μπορεί να θεωρηθεί κομβική. Έπειτα από ένα εξάμηνο ασύμμετρης πολιτικής αναστάτωσης, η οποία προκλήθηκε από ένα όχι και τόσο ανατρεπτικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών και από μία πολυδιάσπαση των πολιτικών δυνάμεων, κατά βάση της αντιπολίτευσης, στο Κοινοβούλιο, η κυβερνητική πλειοψηφία βγήκε ενισχυμένη. Με τις 159 ψήφους υπέρ, η κυβέρνηση έχει αυτήν τη στιγμή ισχυρότερη κοινοβουλευτική εμπιστοσύνη από εκείνη που είχε έπειτα από την εκλογική της νίκη του 2023. Σημαντικότερο στοιχείο όμως ενδέχεται να είναι οι θετικές ψήφοι πέραν της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, σε επί μέρους δαπάνες του Προϋπολογισμού, όπως αυτές για την Άμυνα, την Υγεία, την Παιδεία και, σε μικρότερο βαθμό, την Κοινωνική Συνοχή. Ενδέχεται να είναι μία παράμετρος που θα επηρεάσει την πολιτική ατμόσφαιρα και πάντως δείχνει ότι συντελείται μία αλλαγή σε σχέση με τα όσα επικράτησαν την προηγούμενη δεκαπενταετία. Πιθανώς δε αυτά τα ίχνη συνεννόησης να αποδειχθούν καθοριστικής σημασίας εν όψει και της διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης, για την οποία ο πρωθυπουργός εξέφρασε προσφάτως την ευχή να υπάρξει διακομματική συναίνεση.
Βέβαια, υπό το βάρος της κυβερνητικής φθοράς και της κοινωνικής πίεσης, το Μαξίμου προσπάθησε (και) μέσω Προϋπολογισμού να συγκροτήσει αφήγημα γύρω από την ενίσχυση των εισοδημάτων προς επανασύνδεση με αποστασιοποιημένα ακροατήρια και να εκπέμψει μήνυμα «γαλάζιας» συσπείρωσης. Προς αυτή την κατεύθυνση εντάσσονται και τα εθνικά θέματα, με τον ελληνοτουρκικό διάλογο στην πρώτη θέση και ενώ δεσπόζει το επόμενο ραντεβού Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Άγκυρα, στο πλαίσιο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας στις αρχές του έτους.
Δημοσκοπήσεις
Όμως και κατά το επόμενο διάστημα, η κυβέρνηση και ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα έχουν την προσοχή τους στραμμένη στις δημοσκοπήσεις. Ήδη, ένα κύμα ερευνών έχει διαμορφώσει μία διαφορετική εικόνα, αφού το ΠΑΣΟΚ εμφανίζει μία δυναμική και εδραιώνεται στη δεύτερη θέση. Το στοιχείο αυτό προξενεί προβληματισμό στο κυβερνητικό επιτελείο, για συγκεκριμένους λόγους. Ο κυριότερος από αυτούς είναι ότι το ΠΑΣΟΚ, σε αντίθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ, αποτελεί υπό όρους και προϋποθέσεις έναν πόλο προσέλκυσης ψηφοφόρων απευθείας από τη ΝΔ, ειδικότερα όσων αυτοπροσδιορίζονται ως κεντρώοι.
Πολλές από τις παραπάνω παραμέτρους αναμένεται ότι θα επηρεάσουν σε κάποιον βαθμό και τις αποφάσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη για την Προεδρία της Δημοκρατίας και εν συνεχεία βεβαίως τη στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, ιδιαίτερα της αξιωματικής (ΠΑΣΟΚ). Η γενική αίσθηση είναι ότι έως τα τέλη του Ιανουαρίου θα έχει γίνει γνωστό αν θα προταθεί η επανεκλογή της Κατερίνας Σακελλαροπούλου ή αν θα γίνει (το πιθανότερο) κάποια άλλη επιλογή. Σε μία τέτοια περίπτωση, θα πρόκειται για μία σαφή ένδειξη των διαθέσεων του πρωθυπουργού να εκπέμψει κάποιο διαφορετικό πολιτικό μήνυμα, το οποίο είτε θα σημάνει την επιδίωξη ενός βαθμού συναίνεσης, κυρίως με το ΠΑΣΟΚ, είτε θα φανερώσει ότι προτιμώνται η πολιτική περιχαράκωση της ΝΔ και η αποφυγή κάθε είδους αφορμής για εσωτερικές αναστατώσεις. Συνδεδεμένη με την οριστικοποίηση του προσώπου, που προορίζεται για την Προεδρία της Δημοκρατίας, είναι και η επόμενη κίνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, στα πεδία της αναθεώρησης του Συντάγματος και του κυβερνητικού ανασχηματισμού. Αμέσως μετά τις γιορτές θα τεθεί το θέμα της επιστολικής ψήφου και στις εθνικές εκλογές για τους εκλογείς του εξωτερικού, αλλά και θα έλθει και ο ανασχηματισμός. Γενική είναι η εντύπωση ότι αυτός θα δρομολογηθεί στις αρχές του έτους και, όπως επιμένουν πολιτικά στελέχη, θα πρέπει να έχει σε μεγάλο βαθμό διαφορετικά χαρακτηριστικά από τον προηγούμενο, ο οποίος είχε ερμηνευθεί ως «καθαρά πολιτικός» και με στόχο την καταλαγή των εσωκομματικών παθών στη ΝΔ.
Γενικώς, ο πρωθυπουργός στην προσεχή συγκυρία θα δώσει έμφαση στην προσπάθεια ανάταξης της κυβέρνησης και στη δημιουργία προϋποθέσεων για ενίσχυση της αποτελεσματικότητας, τα δε κόμματα της αντιπολίτευσης θα εξακολουθούν να ψάχνουν ακόμη το σχέδιο αντιμετώπισης της απόλυτης κυριαρχίας του Κυριάκου Μητσοτάκη.
του Φώτη Σιούμπουρα

