« Η Ατζέντα 2030 είναι ένα τεράστιο άλμα για να μετατρέψουμε
τις Ένοπλες Δυνάμεις μας σε ένα νέο μηχανισμό καινοτομίας, πληροφορίας και γνώσης»
«Δεν είναι στη διακριτική μου ευχέρεια, ούτε της κυβέρνησης, ούτε του πρωθυπουργού να αλλάξει το πλαίσιο στο οποίο η χώρα είναι υποχρεωμένη να προστατεύσει τα δικαιώματα τα οποία το Σύνταγμα επιβάλλει στην εκτελεστική εξουσία να προστατεύσει. Για να το κάνουμε αυτό πρέπει να κάνουμε μια μεγάλη αλλαγή, ένα τεράστιο άλμα. Να μετατρέψουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις της πατρίδας μας, και όχι μόνον αυτές, από ένα σύνολο οπλικών συστημάτων με ένα καλό σοβαρό εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό, σε ένα νέο μηχανισμό καινοτομίας, πληροφορίας και γνώσης. Αυτό το άλμα καλείται να πραγματοποιηθεί με αυτό που έχουμε χαρακτηριστικά ονομάσει ”Ατζέντα 2030”. Και νομίζω ότι είμαστε σε ένα σωστό δρόμο».
Αυτά υπογράμμισε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, στη συζήτηση που είχε σήμερα με τη δημοσιογράφο Αλεξάνδρα Φωτάκη, στο πλαίσιο του 11ου Οικονομικού Φόρουμ Δελφών 2026.
Αναφερόμενος στην ανανέωση της συμφωνίας για την ελληνογαλλική αμυντική συνεργασία, επισήμανε:
«Πρέπει να σημειώσουμε ότι στη νέα συμφωνία είναι ότι διέπεται από ένα άλλο πνεύμα. Δεν είναι αγορά εξοπλισμών. Η δεύτερη συμφωνία έχει μία διεύρυνση όσον αφορά το πνεύμα της. Αποτελεί μία εμβάθυνση συνεργασίας των οικοσυστημάτων των δύο χωρών, στα ζητήματα της άμυνας και της καινοτομίας. Και για την πατρίδα μας, μέσα σε αυτή τη μεγάλη προσπάθεια που κάνουμε, να δημιουργήσουμε επιτέλους ένα σύστημα αμυντικής καινοτομίας, μια δυνατότητα εμείς οι ίδιοι να παράγουμε όχι μόνο αντικείμενα, να παράγουμε τεχνογνωσία, γνώση, πληροφορία, στο πλαίσιο αυτού του νέου γεωπολιτικού περιβάλλοντος, είναι κάτι το εξαιρετικά σημαντικό».
Στην ερώτηση σχετικά με το γεγονός ότι στον πόλεμο στο Ιράν, αλλά και στην Ουκρανία, φάνηκε ότι αλλάζει ο τρόπος που γίνονται οι συγκρούσεις, με drones μερικών χιλιάδων ευρώ να αντιμετωπίζονται με συστήματα εκατομμυρίων και πώς προσαρμόζει η Ελλάδα τα εξοπλιστικά συστήματα, δεδομένου ότι έχουμε την ”Ασπίδα του Αχιλλέα” και μία σειρά προετοιμασιών στη χώρα», ο κ.Δένδιας απάντησε:
«Νιώθω την ικανοποίηση που νιώθει ένας άνθρωπος όταν έχουμε κάνει τις σωστές επιλογές, όταν “διαβάσαμε” σωστά τη μεταβαλλόμενη πραγματικότητα και οδηγήσαμε τη μεταρρύθμιση στις Ένοπλες Δυνάμεις και στην αμυντική αντίληψη της πατρίδας μας προς αυτό που απεδείχθη ότι είναι η σωστή κατεύθυνση. Η ”Ατζέντα 2030”, πολύ πριν η Ευρώπη καταλήξει σε κάτι με την ίδια επωνυμία, είχε θέσει προϋποθέσεις και είχε διαγράψει στόχους που ήταν απολύτως συμβατοί με αυτήν ακριβώς τη μετάβαση των νέων δυνάμεων, σε μια εποχή που θα έχουν να απαντήσουν σε προκλήσεις. Δηλαδή, στην δυνατότητα μιας πλατφόρμας ελάχιστων χιλιάδων ευρώ, να μπορεί να καταστρέψει μια πλατφόρμα εκατοντάδων εκατομμυρίων ή καμιά φορά και δισεκατομμυρίων. Η δική μας επιλογή, αφενός μεν να ενθαρρύνουμε τη σύλληψη για την κατασκευή αντι-drone συστημάτων, όπως ο ”Κένταυρος” αλλά και κατασκευή drone, καταρχάς FPV, δηλαδή των μικρών drones που χρησιμοποιεί πλέον το Πεζικό στις συγκρούσεις, αλλά και την ενσωμάτωση των αυτόνομων πλατφορμών στον Στρατό, στο Ναυτικό, στην Αεροπορία, δείχνει ότι η χώρα πηγαίνει προς τη σωστή κατεύθυνση».
Σχετικά με τον ρόλο που καλείται να παίξει η Ελλάδα στον πόλεμο ΗΠΑ- Ισραήλ-Ιράν, αλλά και τις απαιτήσεις των συμμάχων μας, ξεκαθάρισε:
«Εμείς δεν είμαστε εμπόλεμοι. Αυτό είναι σαφές. Από την άλλη, βεβαίως έχουμε συμμάχους, συμμαχικές υποχρεώσεις, συμφέροντα και αντιλήψεις. Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας για εμάς είναι κάτι το κεφαλαιώδες. Είμαστε η μεγαλύτερη ναυτική δύναμη στον πλανήτη στο εμπορικό ναυτικό. Εάν κάθε χώρα η οποία συνορεύει με μια θαλάσσια έκταση μπορεί να απαγορεύει τη χρήση της, από εκεί και πέρα πού θα πάει αυτός ο πλανήτης; Όπως, επίσης, η ενέργεια. Η ροή πετρελαίου, η ροή φυσικού αερίου είναι απαραίτητη για την Ελλάδα. Είναι απαραίτητη για την Ευρώπη. Είναι απαραίτητη για τη διατήρηση του επιπέδου ζωής των κατοίκων της πατρίδας μας, της Ευρώπης. Η παρεμπόδιση λειτουργεί πάρα πολύ κακά για την οικονομία, αυξάνει το κόστος της ενέργειας, δημιουργεί πληθωρισμό. Δυσχεραίνει την επιβίωση των οικονομικά ασθενέστερων. Η Ελλάδα θέλει την ειρήνη το ταχύτερο δυνατόν και βασισμένη σε σαφείς κανόνες και βασισμένη σε αποδοχή των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας στην περίπτωση, παραδείγματος χάρη, των Στενών του Ορμούζ».
Αμέσως μετά διευκρίνισε: «Δεν πιστεύω ότι ο οιοσδήποτε μπορεί να πάει να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ αύριο το πρωί ή να τα έχει κλείσει. Αυτό για εμάς δεν είναι κάτι το αποδεκτό, ούτε είναι αποδεκτό οποιοσδήποτε να επιβάλλει δασμούς στο να περάσουν τα πλοία από τα διεθνή ύδατα στα Στενά του Ορμούζ. Διότι τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι χωρικά ύδατα. Είναι 30+ μίλια. Υπάρχει τμήμα διεθνών υδάτων σε αυτό. Αυτό πρέπει να είναι ελεύθερα προσβάσιμο. Αφήστε το ότι υπάρχει και το θέμα της διέλευσης και είναι από τα χωρικά ύδατα χωρών. Εμείς σεβόμαστε το Διεθνές Δίκαιο. Ζητάμε και από όλες τις χώρες να το σέβονται».
Στην ερώτηση “εάν ζητηθεί από την Ελλάδα να συμμετάσχει σε μία επιχείρηση προστασίας των Στενών του Ορμούζ μετά από εκεχειρία προφανώς”, απάντησε ως εξής ο κ. Δένδιας:
«Είμαστε όχι οι εμπνευστές, αλλά οι κύριοι υποστηρικτές της επιχείρησης “ΑΣΠΙΔΕΣ”, γι’ αυτό έχει και ελληνικό όνομα. Ελληνική φρεγάτα υπάρχει (στην Ερυθρά Θάλασσα) από την αρχή αυτής της επιχείρησης. Ανοίγω βέβαια παρένθεση για να πω κάτι, το οποίο ίσως δεν αρέσει στις Βρυξέλλες. Δεν περιποιεί τιμή στην Ευρωπαϊκή Ένωση ότι μονίμως η επιχείρηση δεν υπερβαίνει τα 4 πλοία. Συνήθως είναι 3 και το ένα από αυτά είναι ελληνικό. Υπάρχουν πάρα πολλές χώρες που είναι πάρα πολύ ικανές σε διακηρύξεις και διατυπώσεις θέσεων και αρχών και πολύ αδύναμες στο να χρησιμοποιούν τους πόρους που έχουν ή τις δυνατότητες που έχουν για να υποστηρίξουν επί του πεδίου αυτές τις διακηρύξεις που κάνουν».
Και προσέθεσε: «Διότι η επιχείρηση “ΑΣΠΙΔΕΣ” δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Αφορά την Ευρώπη, αφορά την πρόσβαση αγαθών στην ευρωπαϊκή αγορά. Εάν υπάρξει εκεχειρία και εάν υπάρξει μια επιχείρηση, με πολλές προϋποθέσεις, είναι σαφές αυτό, ότι μας νοιάζει η ασφάλεια των πληρωμάτων μας, μας νοιάζει η ασφάλεια των πλοίων μας και δεν είμαστε εμπόλεμοι. Υπ’ αυτή την έννοια, λοιπόν, η Ελλάδα θα μπορούσε να συζητήσει μια τέτοια συμμετοχή».

