Σοβαρές διαστάσεις λαμβάνει η υπόθεση της λεγόμενης «μαφίας των λουκουμάδων», που φέρεται να είχε στήσει οργανωμένο δίκτυο εκβιασμών σε παραλιακές περιοχές της Πιερία, στοχοποιώντας πλανόδιους μικροπωλητές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, δύο βασικά πρόσωπα –ένας Έλληνας και ένας Γεωργιανός– κατηγορούνται για σύσταση εγκληματικής ομάδας και κατ’ εξακολούθηση εκβιάσεις. Η δράση τους, όπως προκύπτει από την έρευνα των αρχών, βασιζόταν σε ένα καλά οργανωμένο σύστημα επιβολής «προστασίας», με τους μικροπωλητές να καλούνται να καταβάλλουν χρηματικά ποσά προκειμένου να συνεχίσουν να εργάζονται στις παραλίες.
Η πίεση προς τα θύματα δεν περιοριζόταν σε απειλές. Σε περιπτώσεις άρνησης καταβολής χρημάτων, οι δράστες φέρονται να προχωρούσαν σε ξυλοδαρμούς και εκφοβισμό, επιβάλλοντας με τη βία την κυριαρχία τους. Το σκηνικό περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από την παρουσία και άλλων ομάδων στην ίδια περιοχή, δημιουργώντας συνθήκες «διπλού εκβιασμού», όπου οι μικροπωλητές καλούνταν να πληρώνουν περισσότερους από έναν «προστάτες».
Η αστυνομική προανάκριση κατέγραψε περιστατικά που απέφεραν τουλάχιστον 112.184 ευρώ παράνομου οφέλους, με τις αρχές να εκτιμούν ότι το πραγματικό ποσό ενδέχεται να είναι σημαντικά υψηλότερο, λόγω της έκτασης και της διάρκειας της δράσης.
Παράλληλα, η υπόθεση επεκτείνεται και στο οικονομικό σκέλος, καθώς η Αρχή για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες διερευνά πιθανή «νομιμοποίηση» των παράνομων εσόδων μέσω τραπεζικών συναλλαγών και επενδυτικών κινήσεων. Ήδη έχει διαταχθεί η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών, θυρίδων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων των εμπλεκομένων μέχρι του ποσού που έχει ταυτοποιηθεί.
Η μεταφορά της δράσης του κυκλώματος από άλλες τουριστικές περιοχές προς την Πιερία αναδεικνύει τη δυναμική και την προσαρμοστικότητα τέτοιων εγκληματικών σχημάτων. Πίσω από την καθημερινή εικόνα των μικροπωλητών στις ελληνικές παραλίες, αποκαλύπτεται ένα σκληρό παρασκήνιο εκμετάλλευσης και παράνομου πλουτισμού, που οι αρχές επιχειρούν πλέον να αποδομήσουν.

