Τα μολυσμένα και επικίνδυνα τρόφιμα εξακολουθούν να αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τη δημόσια υγεία, προκαλώντας κάθε χρόνο περίπου 1,5 εκατομμύριο θανάτους σε ολόκληρο τον κόσμο, σύμφωνα με νέα έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ).
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ασφάλειας Τροφίμων στις 7 Ιουνίου, ο ΠΟΥ προειδοποιεί ότι βακτήρια, ιοί, παράσιτα και επικίνδυνες χημικές ουσίες που μολύνουν τα τρόφιμα ευθύνονται για εκατοντάδες εκατομμύρια περιστατικά ασθενειών κάθε χρόνο.
Η ανάλυση του οργανισμού, που κάλυψε 194 χώρες την περίοδο 2000-2021, δείχνει ότι περίπου 866 εκατομμύρια άνθρωποι νοσούν ετησίως εξαιτίας μη ασφαλών τροφίμων, με τα παιδιά κάτω των πέντε ετών να αποτελούν την πιο ευάλωτη πληθυσμιακή ομάδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο κίνδυνος για τα μικρά παιδιά είναι σχεδόν τριπλάσιος σε σύγκριση με μεγαλύτερες ηλικίες.
Παρά τη σταδιακή μείωση του παγκόσμιου φορτίου ασθενειών από το 2000, οι ανισότητες παραμένουν έντονες. Η Αφρική και η Νοτιοανατολική Ασία συγκεντρώνουν σχεδόν τα τρία τέταρτα των περιστατικών και το 60% των θανάτων που συνδέονται με μολυσμένα τρόφιμα.
Οι βιολογικοί παράγοντες, όπως βακτήρια και ιοί, ευθύνονται για τη συντριπτική πλειονότητα των κρουσμάτων. Ωστόσο, οι χημικές ουσίες εξακολουθούν να προκαλούν δυσανάλογα μεγάλο αριθμό θανάτων. Το ανόργανο αρσενικό και ο μόλυβδος αναδείχθηκαν οι σημαντικότερες αιτίες θανάτων από χημική μόλυνση τροφίμων, καθώς συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου και καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Ο ΠΟΥ προειδοποιεί επίσης ότι η κλιματική αλλαγή και η αυξανόμενη μικροβιακή αντοχή επιδεινώνουν το πρόβλημα, αυξάνοντας τον κίνδυνο μόλυνσης και δυσκολεύοντας τη θεραπεία των λοιμώξεων.
Πέρα από τις επιπτώσεις στην υγεία, το οικονομικό κόστος είναι τεράστιο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οργανισμού, οι ασθένειες που συνδέονται με μολυσμένα τρόφιμα προκαλούν ετήσιες απώλειες παραγωγικότητας που αγγίζουν τα 647 δισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως.

