Είκοσι χρόνια μετά την υιοθέτηση της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, η διεθνής κοινότητα έχει κάθε λόγο να αποτιμήσει την πρόοδο που έχει επιτευχθεί. Η αναπηρία έχει πλέον μετακινηθεί από το πεδίο της φιλανθρωπίας και της προστασίας στο πεδίο των δικαιωμάτων. Όμως, παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει, ένα κρίσιμο ερώτημα παραμένει ανοιχτό: πόσο έτοιμες είναι πραγματικά οι κοινωνίες μας να αποδεχθούν την ισότητα στην πράξη;
- του Στέλιου Κυμπουρόπουλου, Ψυχίατρος, πρώην ευρωβουλευτής και νυν πρόεδρος της Εθνικής Αρχής Προσβασιμότητας
Η απάντηση δεν βρίσκεται στις διακηρύξεις ούτε στα νομοθετικά κείμενα. Βρίσκεται στην καθημερινότητα. Βρίσκεται στο αν ένας ανάπηρος άνθρωπος μπορεί να εργαστεί, να σπουδάσει, να μετακινηθεί, να ζήσει αυτόνομα. Κυρίως όμως βρίσκεται στο αν μπορεί να συμμετέχει ισότιμα στη λήψη των αποφάσεων. Αν μπορεί να βρίσκεται όχι μόνο ανάμεσα σε εκείνους που επηρεάζονται από τις πολιτικές, αλλά και ανάμεσα σε εκείνους που τις σχεδιάζουν.
Για δεκαετίες, οι ανάπηροι άνθρωποι αντιμετωπίζονταν ως αποδέκτες μέτρων και παροχών. Σήμερα, η μεγάλη πρόκληση είναι να αναγνωριστούν ως ισότιμοι πολίτες με δικαίωμα στην εκπροσώπηση και την εξουσία. Το αίτημα «τίποτα χωρίς εμάς» δεν αποτελεί απλώς ένα σύνθημα διεκδίκησης. Αποτελεί μια βαθιά δημοκρατική αρχή. Καμία πολιτική που αφορά τους ανάπηρους ανθρώπους δεν μπορεί να θεωρείται ολοκληρωμένη όταν σχεδιάζεται χωρίς τη δική τους παρουσία και συμμετοχή.
Η αλήθεια είναι ότι οι κοινωνίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την αναπηρία μέσα από στερεότυπα. Συχνά δυσκολεύονται να δουν έναν ανάπηρο άνθρωπο ως ηγέτη, ως υπουργό, ως βουλευτή, ως πρόεδρο ενός θεσμού. Η αναπηρία εξακολουθεί να προηγείται της ιδιότητας του πολίτη. Οι ικανότητες, οι γνώσεις και η προσφορά συχνά αξιολογούνται μέσα από το φίλτρο μιας προκατάληψης που θεωρεί αυτονόητη την εξάρτηση και όχι την αυτονομία.
Γι’ αυτό και η προσβασιμότητα αποκτά κεντρική πολιτική σημασία. Δεν είναι μια τεχνική παρέμβαση ούτε μια πράξη κοινωνικής ευαισθησίας. Είναι η θεμελιώδης προϋπόθεση για την άσκηση των δικαιωμάτων. Χωρίς προσβασιμότητα, η ελευθερία περιορίζεται, η συμμετοχή ακυρώνεται και η δημοκρατία παραμένει ελλιπής.
Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει προχωρήσει σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Η ίδρυση της Εθνικής Αρχής Προσβασιμότητας, η υλοποίηση του προγράμματος του Προσωπικού Βοηθού και η ενίσχυση πολιτικών συμπερίληψης αποτελούν ουσιαστικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι το έργο έχει ολοκληρωθεί.
Η επόμενη περίοδος απαιτεί μια πιο φιλόδοξη προσέγγιση. Η προσβασιμότητα πρέπει να ενσωματώνεται από τον σχεδιασμό κάθε δημόσιας πολιτικής. Η ανεξάρτητη διαβίωση πρέπει να κατοχυρωθεί έμπρακτα μέσα από υπηρεσίες υποστήριξης, προσβάσιμη κατοικία, εργασία και εκπαίδευση. Και πάνω απ’ όλα, η συμμετοχή πρέπει να συνοδεύεται από λογοδοσία, με μετρήσιμους στόχους και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.
Η συζήτηση για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία δεν αφορά μια επιμέρους κοινωνική ομάδα. Αφορά την ποιότητα της ίδιας της δημοκρατίας μας. Διότι η δημοκρατία δεν ολοκληρώνεται όταν προστατεύει τους πολίτες της. Ολοκληρώνεται όταν διασφαλίζει ότι όλοι οι πολίτες μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα στην άσκηση της εξουσίας.
Το πραγματικό μέτρο προόδου μιας κοινωνίας δεν είναι μόνο το πόσο φροντίζει τους πιο ευάλωτους. Είναι το κατά πόσο τους εμπιστεύεται να ηγηθούν, να αντιμετωπίζονται και να είναι ίσοι προς ίσοι. Και εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκληση για τα επόμενα χρόνια.

