Μπορεί ο Αντώνης Σαμαράς να μην έχει ανακοινώσει μέχρι σήμερα την ίδρυση κόμματος -και μπορεί τελικά να μην το κάνει ποτέ-, όμως οι υποστηρικτές του μοιάζουν απολύτως έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο. Και το κυριότερο: εμφανίζονται διατεθειμένοι να τον υπερασπιστούν απέναντι σε όσους εντός της Νέας Δημοκρατίας θεωρούν ότι η διαρκής κριτική του προς την κυβέρνηση υπερβαίνει τα όρια της εσωκομματικής διαφωνίας.
- του Βασίλη Βρανά – Σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας, Διδάκτωρ Φιλοσοφικής Σχολής ΕΚΠΑ
Οι δύο πλευρές προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από την ίδια πολιτική οικογένεια. Πολλοί, όμως, βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα εδώ και δεκαετίες, ήδη από την εποχή της Πολιτικής Άνοιξης. Πρόκειται για ανθρώπους που διαμόρφωσαν πολιτικές σχέσεις, φιλίες αλλά και αντιπαλότητες πολύ πριν από τη σημερινή συγκυρία.
Μετά τη διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά από τη Νέα Δημοκρατία, τον Νοέμβριο του 2024, ο πυρήνας των υποστηρικτών του συσπειρώθηκε περισσότερο. Δεν είναι λίγες οι φορές που η αντιπαράθεση μεταφέρεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου οι συζητήσεις ξεφεύγουν από την πολιτική ουσία και καταλήγουν σε διαγωνισμό κομματικής νομιμοφροσύνης. Ποιος είναι περισσότερο νεοδημοκράτης, ποιος έχει δώσει περισσότερες εκλογικές μάχες, ποιος έχει υπηρετήσει περισσότερο την παράταξη. Για αρκετούς, η αναδρομή φθάνει μέχρι τα χρόνια της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ και της ΟΝΝΕΔ.
Το ενδιαφέρον είναι ότι πολλοί από τους σημερινούς επικριτές του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν υπήρξαν εξαρχής αντίπαλοί του. Αντιθέτως, από το 2016 έως και το 2024 βρέθηκαν στο πλευρό του, ενώ αρκετοί ευνοήθηκαν πολιτικά κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του. Κάπου στην πορεία, όμως, οι δρόμοι τους χώρισαν.
Σήμερα, το ακροατήριο που εκφράζεται πολιτικά από τον Αντώνη Σαμαρά αποτελεί ένα ιδιόμορφο κράμα. Περιλαμβάνει όσους διαφωνούν με τις επιλογές της κυβέρνησης στην εξωτερική πολιτική, όσους ενοχλήθηκαν από τον νόμο για την ισότητα στον πολιτικό γάμο, στελέχη που θεωρούν ότι η Νέα Δημοκρατία έχει απομακρυνθεί από τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά της, αλλά και πρόσωπα που περίμεναν μεγαλύτερη πολιτική ή κυβερνητική αξιοποίηση. Οι τελευταίοι, συνήθως, είναι και οι πιο μαχητικοί στην καθημερινή διαδικτυακή αντιπαράθεση.
Την ίδια στιγμή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποφεύγει να υψώσει τους τόνους. Στη συνέντευξή του την περασμένη Πέμπτη στον ΑΝΤ1 και τον Νίκο Χατζηνικολάου χαρακτήρισε τον Αντώνη Σαμαρά καλό πρωθυπουργό, ο οποίος διαχειρίστηκε τη χώρα σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία. «Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι τελικά ο άνθρωπος αυτός θα κάνει κάτι το οποίο θα ζημιώσει την παράταξη που του έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία και που τον έκανε πρωθυπουργό», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Είτε τελικά προχωρήσει είτε όχι στη δημιουργία κόμματος, ο Αντώνης Σαμαράς έχει ήδη πετύχει κάτι που λίγοι πρώην πρωθυπουργοί καταφέρνουν μετά την αποχώρησή τους από την πρώτη γραμμή: να αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς της πολιτικής συζήτησης. Και ταυτόχρονα να προκαλεί έναν υπόγειο αλλά υπαρκτό διχασμό ανάμεσα σε όσους θεωρούν ότι εκφράζει την αυθεντική φυσιογνωμία της παράταξης και σε όσους πιστεύουν ότι η πολιτική σταθερότητα της χώρας περνά μέσα από τη στήριξη της σημερινής ηγεσίας.
Βεβαίως, η εσωτερική αντιπολίτευση δεν κρίνει από μόνη της εκλογικά αποτελέσματα. Την τελική απάντηση τη δίνουν πάντοτε οι πολίτες. Ωστόσο, η διαρκής ανακύκλωση εσωκομματικών αντιπαραθέσεων μόνο αδιάφορη δεν μπορεί να θεωρηθεί για μια παράταξη που, παρά τις δυσκολίες και τη φθορά της διακυβέρνησης, εξακολουθεί να προηγείται με σαφή διαφορά στις δημοσκοπήσεις και να εμφανίζεται ως το φαβορί για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Ενδεικτικό είναι ότι, σύμφωνα με πρόσφατη μέτρηση της Interview, στο ερώτημα κατά πόσο θα ψήφιζαν ένα κόμμα με επικεφαλής τον Αντώνη Σαμαρά, περίπου οκτώ στους δέκα ερωτηθέντες απάντησαν αρνητικά.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το φαινόμενο Σαμαρά είναι πολιτικά αδιάφορο. Το αντίθετο. Ανεξαρτήτως του αν θα αποκτήσει κομματική έκφραση, έχει ήδη δημιουργήσει μια διακριτή γραμμή στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, αναζωπυρώνοντας παλιές αντιθέσεις και τροφοδοτώντας μια εσωστρέφεια που δύσκολα ωφελεί μια παράταξη η οποία διεκδικεί εκ νέου την εμπιστοσύνη των πολιτών και μία ακόμη εκλογική νίκη.

