Από το «Λούνα Παρκ» και τις θρυλικές κωμωδίες του ’80 μέχρι τη σιωπή, την ανεργία και το τραγικό φινάλε
Υπάρχουν καλλιτέχνες που δεν χρειάζονται πρωταγωνιστικούς ρόλους για να μείνουν για πάντα χαραγμένοι στη συλλογική μνήμη. Η Ρένα Παγκράτη ήταν μία από αυτούς.
Με το χαρακτηριστικό της βλέμμα, το αυθόρμητο γέλιο, τη λαϊκή αμεσότητα και μια σπάνια σκηνική ενέργεια, κατάφερε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής ποπ κουλτούρας των δεκαετιών του ’70 και του ’80. Για το τηλεοπτικό κοινό ήταν η ατίθαση Κάθριν του «Λούνα Παρκ». Για τους φίλους του παλιού ελληνικού κινηματογράφου ήταν η μόνιμη συμπρωταγωνίστρια του Στάθη Ψάλτη και της Ρένας Βλαχοπούλου στις πιο εμπορικές κωμωδίες της εποχής.
Πίσω όμως από το χαμόγελο που έβλεπαν οι θεατές, υπήρχε μια γυναίκα που πάλευε διαρκώς να αποδείξει ότι μπορούσε να κάνει πολύ περισσότερα από τον ρόλο που της είχε αποδώσει η τηλεόραση.

Το παιδί που ήξερε από πολύ νωρίς τι ήθελε να γίνει
Η Ρένα Παγκράτη γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 1949 στη Δάφνη Αττικής, με καταγωγή από την Κέρκυρα.
Από μικρή ηλικία έδειξε ότι η σκηνή ήταν ο φυσικός της χώρος. Σε ηλικία μόλις 15 ετών έκανε τα πρώτα της βήματα στον κινηματογράφο, συμμετέχοντας στις ταινίες «Η Γέφυρα της Ευτυχίας» και «Όταν η Ευτυχία Προστάζει», ενώ παράλληλα συμμετείχε στην ιστορική παιδική ραδιοφωνική εκπομπή «Τα Παραμύθια της Θείας Λένας», δίπλα στην Αντιγόνη Μεταξά.

Όσοι τη γνώριζαν εκείνη την περίοδο μιλούσαν για ένα παιδί γεμάτο ενέργεια, αισιοδοξία και πάθος για την υποκριτική. Δεν αντιμετώπιζε την τέχνη ως επάγγελμα, αλλά ως τρόπο ζωής.
Ακολούθησαν οι σπουδές στη Δραματική Σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη, με τη νεαρή τότε Ρένα να ονειρεύεται μια μεγάλη θεατρική πορεία.
Από το ελληνικό ροκ στο «Λούνα Παρκ»
Το 1974 αποτέλεσε σταθμό για τη ζωή της.
Λίγο πριν διαλυθεί το θρυλικό συγκρότημα Νοστράδαμος, η Ρένα Παγκράτη εντάχθηκε στη σύνθεσή του, συνδυάζοντας την αγάπη της για το τραγούδι με την υποκριτική.
Εκείνη ακριβώς την περίοδο την παρατήρησε ο Γιάννης Δαλιανίδης.
Ο κορυφαίος δημιουργός διέκρινε αμέσως τη διαφορετική της παρουσία και της εμπιστεύτηκε τον ρόλο της χίπισσας Κάθριν στη σειρά «Λούνα Παρκ».
Η σειρά εξελίχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα τηλεοπτικά φαινόμενα της εποχής. Προβαλλόταν αδιάκοπα από το 1974 έως το 1981 και η Παγκράτη ήταν από τους ελάχιστους ηθοποιούς που συμμετείχαν σε όλη τη διάρκειά της.

Η Κάθριν έγινε το τηλεοπτικό της alter ego.
Ήταν ένας ρόλος που της χάρισε τεράστια δημοφιλία, αλλά ταυτόχρονα την εγκλώβισε σε έναν συγκεκριμένο τύπο χαρακτήρα.
Τα χρόνια της απόλυτης επιτυχίας
Η δεκαετία του ’80 τη βρήκε στην κορυφή.
Οι ελληνικές εμπορικές κωμωδίες γνώριζαν τεράστια άνθηση και η Ρένα Παγκράτη ήταν σχεδόν παντού.
Συνεργάστηκε ξανά και ξανά με τον Γιάννη Δαλιανίδη, τον Στάθη Ψάλτη, τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Σωτήρη Μουστάκα και πολλούς ακόμη πρωταγωνιστές της εποχής.
Ταινίες όπως το «Βασικά… Καλησπέρα σας», «Καμικάζι Αγάπη μου», «Έλα να αγαπηθούμε ντάρλινγκ», έγιναν εμπορικές επιτυχίες και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να προβάλλονται στην τηλεόραση.

Την ίδια περίοδο συμμετείχε σε θεατρικές επιθεωρήσεις, ενώ δεν εγκατέλειψε ποτέ το τραγούδι, κυκλοφορώντας κομμάτια που συνδέθηκαν με τις κινηματογραφικές της εμφανίσεις.
Για το κοινό ήταν ένα από τα πιο οικεία πρόσωπα της εποχής.
Όταν η επιτυχία έγινε παγίδα
Η μεγάλη επιτυχία, όμως, έκρυβε και μια παγίδα.
Οι περισσότεροι σκηνοθέτες την έβλεπαν αποκλειστικά ως το αυθόρμητο, λαϊκό κορίτσι της διπλανής πόρτας.
Η ίδια ήθελε να δοκιμαστεί σε διαφορετικούς ρόλους.
Ήθελε θέατρο.
Ήθελε δραματικούς χαρακτήρες.
Ήθελε να αποδείξει πως μπορούσε να κάνει περισσότερα.
Οι προτάσεις, όμως, παρέμεναν σχεδόν ίδιες.
Όπως έχει ειπωθεί από ανθρώπους που συνεργάστηκαν μαζί της, η τεράστια επιτυχία της Κάθριν στο «Λούνα Παρκ» λειτούργησε τελικά σαν καλλιτεχνική ταμπέλα από την οποία δεν κατάφερε ποτέ να απεγκλωβιστεί.

Η εποχή άλλαξε και μαζί της άλλαξε και το ελληνικό σινεμά
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 όλα είχαν αλλάξει.
Οι βιντεοταινίες εξαφανίστηκαν.
Ο εμπορικός κινηματογράφος που τη στήριζε κατέρρευσε.
Οι δουλειές μειώθηκαν δραματικά.
Το θέατρο δεν της άνοιγε εύκολα τις πόρτες.
Το 1992 κυκλοφόρησε τον προσωπικό της δίσκο με την ελπίδα μιας νέας αρχής.
Η ανταπόκριση όμως ήταν μικρή.
Οι οικονομικές δυσκολίες άρχισαν να γίνονται ασφυκτικές.
Η μοναξιά πίσω από τα φώτα
Όσο περνούσαν τα χρόνια, οι δημόσιες εμφανίσεις της λιγόστευαν.
Οι φίλοι μειώνονταν.
Οι επαγγελματικές προτάσεις σχεδόν εξαφανίστηκαν.
Άνθρωποι που γνώριζαν την καθημερινότητά της έχουν περιγράψει μια γυναίκα που ένιωθε πως είχε αποκλειστεί από τον χώρο που αγαπούσε περισσότερο.
Η απώλεια των γονιών της και προσωπικές δυσκολίες επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την ψυχολογική της κατάσταση.
Σύμφωνα με μαρτυρίες ανθρώπων που στάθηκαν δίπλα της, αναζητούσε οποιαδήποτε εργασία για να μπορέσει να επιβιώσει.
Η συγκλονιστική αποκάλυψη του Μάκη Δελαπόρτα
Χρόνια μετά τον θάνατό της, ο Μάκης Δελαπόρτας αποκάλυψε δημόσια άγνωστες πτυχές της τελευταίας περιόδου της ζωής της.
Όπως ανέφερε, είχε συνοδεύσει τη Ρένα Παγκράτη ακόμη και σε κατάστημα καλλυντικών, όπου προσπαθούσε να βρει εργασία εκτός θεάτρου.
«Δεν την πίστεψαν», είπε χαρακτηριστικά.
Αποκάλυψε επίσης ότι άνθρωποι του χώρου είχαν προσπαθήσει να τη βοηθήσουν.
Ο Γιάννης Δαλιανίδης, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε εκφράσει την πρόθεση να καλύπτει το ενοίκιό της, ενώ η Άννα Φόνσου αναζητούσε τρόπους να εξασφαλίσει κάποια οικονομική στήριξη.
Τίποτα όμως δεν αποδείχθηκε αρκετό για να ανατρέψει την πορεία των γεγονότων.
Η τελευταία πράξη
Στις 25 Ιουνίου 1998 η Ρένα Παγκράτη βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της στην Αθήνα.
Ήταν μόλις 49 ετών.
Είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα υπνωτικών χαπιών.
Στο σημείο βρέθηκε επιστολή στην οποία περιέγραφε το αίσθημα εγκατάλειψης που βίωνε, σημειώνοντας πως, πέρα από ελάχιστους ανθρώπους, ένιωθε ότι όλοι την είχαν ξεχάσει.
Ο θάνατός της προκάλεσε σοκ στον καλλιτεχνικό κόσμο.
Η Ρένα που δεν ξεχάστηκε ποτέ
Παρά την πικρή κατάληξη της ζωής της, η Ρένα Παγκράτη δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από τη μνήμη του κοινού.
Οι ταινίες της συνεχίζουν να προβάλλονται κάθε χρόνο.
Οι ατάκες της εξακολουθούν να κυκλοφορούν στα social media.
Νεότερες γενιές την ανακαλύπτουν μέσα από τις cult ελληνικές κωμωδίες, ενώ αρκετοί τη θεωρούν πλέον μία από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες της ελληνικής ποπ κουλτούρας.
Χαρακτηριστική ήταν και η διαδικτυακή αναβίωση του ονόματός της, όταν χρήστες του διαδικτύου συνέκριναν το εκκεντρικό της στιλ με αυτό της Lady Gaga, χαρίζοντάς της το προσωνύμιο «Lady Rena».
Ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία της ιστορίας της να βρίσκεται ακριβώς εκεί.
Η γυναίκα που πίστεψε ότι ξεχάστηκε, εξακολουθεί σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά τον θάνατό της να συγκινεί, να ψυχαγωγεί και να θυμίζει πως πίσω από τα χειροκροτήματα κρύβονται συχνά άνθρωποι που παλεύουν σιωπηλά με τις δικές τους μάχες.
Η Ρένα Παγκράτη δεν υπήρξε μόνο μια ηθοποιός των βιντεοταινιών ή μια γνώριμη φιγούρα της τηλεόρασης. Υπήρξε μια καλλιτέχνιδα που αγάπησε βαθιά τη σκηνή και πλήρωσε ακριβά την απομάκρυνσή της από αυτήν.
Και ίσως γι’ αυτό, κάθε 25 Ιουνίου, η ιστορία της επιστρέφει για να θυμίσει όχι μόνο μια σπουδαία διαδρομή, αλλά και το ανθρώπινο πρόσωπο πίσω από τη λάμψη.

