Η τρέχουσα Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ αποτελεί ένα εξαιρετικά κρίσιμο πεδίο για τη διπλωματία μας. Η Τουρκία συμμετέχει σε αυτήν με έναν πολύ ξεκάθαρο στόχο: Πιέζει με κάθε τρόπο ώστε η ευρωπαϊκή άμυνα να παραμείνει απόλυτα εξαρτημένη από τις δομές του ΝΑΤΟ. Για την Αθήνα, αυτή η τουρκική επιδίωξη είναι η καρδιά μιας μεγάλης γεωπολιτικής μάχης που απαιτεί τεράστια προσοχή.
- του Αλέξανδρου Δεσποτόπουλου, Διεθνολόγος
Γιατί η Τουρκία φοβάται την αυτόνομη ευρωπαϊκή άμυνα;
Η Άγκυρα καταλαβαίνει πολύ καλά πώς διαμορφώνονται οι νέες ισορροπίες. Αν η Ευρώπη καταφέρει να φτιάξει μια δική της άμυνα, ανεξάρτητη από το ΝΑΤΟ, η Τουρκία ξέρει ότι θα βρει μπροστά της ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο: την Ελλάδα και την Κύπρο. Μέσα σε ένα καθαρά ευρωπαϊκό πλαίσιο, αυτές οι δύο χώρες είναι μέλη και έχουν τη δύναμη να βάζουν τους κανόνες και να θέτουν αδιαπραγμάτευτες «κόκκινες γραμμές» στην Τουρκία.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό πρόγραμμα SAFE (Security Action for Europe). Όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε να επενδύσει δισεκατομμύρια για να ενισχύσει την αμυντική της βιομηχανία, η Αθήνα κατάφερε να περιφρουρήσει τα ευρωπαϊκά κονδύλια και να αφήσει την Τουρκία εκτός παιχνιδιού.
Για την Άγκυρα, αυτό ήταν ένα ηχηρό καμπανάκι κινδύνου. Καταλαβαίνοντας ότι κινδυνεύει να απομονωθεί στρατηγικά, η Τουρκία θα προσπαθήσει στη Σύνοδο να πείσει τους Συμμάχους ότι κάθε ευρωπαϊκή αμυντική πρωτοβουλία πρέπει να περνάει μέσα από το ΝΑΤΟ. Γιατί εκεί; Επειδή στο ΝΑΤΟ η ίδια έχει λόγο και δικαίωμα βέτο, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία απουσιάζει εντελώς.
Αυτή η προσπάθεια της Τουρκίας να ελέγξει δομικά την ευρωπαϊκή άμυνα θα έπρεπε να μας ανησυχεί πολύ περισσότερο από τις καθημερινές ειδήσεις. Συχνά, ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα αναλώνεται στο αν η Τουρκία θα πάρει τελικά αμερικανικούς κινητήρες για τα αεροπλάνα της. Φυσικά, το να αποκτήσει η Άγκυρα αμερικανική τεχνολογία δεν είναι καλό για εμάς. Όμως, μια τέτοια κίνηση από μόνη της δεν αλλάζει άμεσα τις ισορροπίες στο πεδίο.
Αντίθετα, ο μόνιμος εγκλωβισμός της Ευρώπης στο ΝΑΤΟ, με όρους που εξυπηρετούν τα τουρκικά συμφέροντα, θα ήταν μια τεράστια στρατηγική ήττα για την Ελλάδα. Θα στερούσε από την ΕΕ τη δυνατότητα να προστατεύει μόνη της τα σύνορά της στο μέλλον, χωρίς εξωτερικές δεσμεύσεις.
Στην αξιολόγηση της τουρκικής απειλής, ο χρόνος παίζει καθοριστικό ρόλο, ειδικά στον αέρα. Η αναβάθμιση των τουρκικών F-16, την οποία είχε υποσχεθεί παλαιότερα ο Τζο Μπάιντεν, δεν έχει προχωρήσει ακόμη. Λόγω γραφειοκρατίας, το πρόγραμμα μετατίθεται για το 2027 και βλέπουμε, αφήνοντας την τουρκική αεροπορία σε παρατεταμένη στασιμότητα.
Την ίδια στιγμή, ο χρόνος κυλάει απόλυτα υπέρ της Ελλάδας:
Η Πολεμική μας Αεροπορία ολοκληρώνει την αναβάθμιση των δικών της F-16 στην κορυφαία έκδοση Viper.
Έχουμε μπει ήδη επίσημα στη γραμμή παραγωγής για την απόκτηση των υπερσύγχρονων μαθητικών πέμπτης γενιάς F-35.
Αυτή η διαφορά φάσης ανάμεσα στα δύο εξοπλιστικά προγράμματα δίνει στην Αθήνα ένα ισχυρό ποιοτικό προβάδισμα στο Αιγαίο που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί.
Μέσα σε αυτή την εξίσωση, πρέπει να δούμε και τι γίνεται στην Ουάσιγκτον. Ο Ντόναλντ Τραμπ, προσπαθεί να φτιάξει ένα καλό κλίμα με την τουρκική ηγεσία. Οι φιλοφρονήσεις και οι θερμές δηλώσεις είναι μέρος της τακτικής του.

