Η συζήτηση για τη Γαλάζια Πατρίδα δεν αφορά μόνο τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αφορά το μέλλον του ίδιου του Δικαίου της Θάλασσας. Εάν η Τουρκία μετατρέψει επισήμως τη Γαλάζια Πατρίδα σε κρατικό νόμο και η Ελλάδα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει την εξέλιξη αυτή ως μια απλή παράνομη διακήρυξη, χωρίς ταυτόχρονα να ασκεί τα δικαιώματα που της αναγνωρίζει το Διεθνές Δίκαιο, όπως η επέκταση των χωρικών υδάτων όπου το κρίνει σκόπιμο ή η ενεργός προστασία των κυριαρχικών δικαιωμάτων που απορρέουν από την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ των νησιών της, τότε κινδυνεύει να δημιουργηθεί ένα προηγούμενο με συνέπειες που υπερβαίνουν κατά πολύ το Αιγαίο.
- του δρα Κωνσταντίνου Γρίβα – Καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών και διευθυντής του Τομέα Θεωρίας και Ανάλυσης Πολέμου στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Το Διεθνές Δίκαιο δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά από διεθνείς συμβάσεις και δικαστικές αποφάσεις. Διαμορφώνεται επίσης από τη διαρκή πρακτική των κρατών. Όταν μια αναθεωρητική δύναμη επιβάλλει επί μακρόν τις αξιώσεις της χωρίς ουσιαστική αντίδραση, δημιουργείται σταδιακά μια νέα πραγματικότητα. Η αδράνεια αποκτά και αυτή κανονιστική σημασία. Έτσι, μια μονομερής διεκδίκηση μπορεί, με την πάροδο του χρόνου, να επηρεάσει την ίδια την εξέλιξη των διεθνών κανόνων.
Η εξέλιξη αυτή συμπίπτει με μια ιστορική μεταβολή στη γεωγραφία της στρατιωτικής ισχύος. Τα χωρικά ύδατα γεννήθηκαν ιστορικά από τον περίφημο «κανόνα βολής του πυροβόλου» (cannon shot rule), σύμφωνα με τον οποίο η κυριαρχία ενός παράκτιου κράτους εκτεινόταν μέχρι εκεί όπου μπορούσε να επιβληθεί αποτελεσματικά από τη στεριά. Για αιώνες, η τεχνολογική ισορροπία ανάμεσα στη χερσαία και τη ναυτική ισχύ διατήρησε το θεμέλιο αυτό του Δικαίου της Θάλασσας, ενώ η ανάγκη διασφάλισης της ελεύθερης ναυσιπλοΐας απέτρεψε την ανεξέλεγκτη επέκταση των θαλάσσιων ζωνών κυριαρχίας.
Σήμερα, όμως, η εικόνα αλλάζει ραγδαία. Αντιπλοϊκοί βαλλιστικοί πύραυλοι, υπερηχητικά όπλα, μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας, σμήνη drones και άλλα συστήματα μεγάλης εμβέλειας επιτρέπουν πλέον στη χερσαία ισχύ να ασκεί έλεγχο σε θαλάσσιες περιοχές που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν απρόσιτες. Η θάλασσα αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως προέκταση της ξηράς. Η έννοια του «γαλάζιου εδάφους» αποκτά έτσι μια νέα στρατηγική διάσταση, πολύ ευρύτερη από τις τουρκικές διακηρύξεις.
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η τουρκική αναθεωρητική πολιτική αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η ιδιαιτερότητα του Αιγαίου είναι ότι απέναντι στις τουρκικές ακτές δεν βρίσκεται μια ανοιχτή θαλάσσια έκταση αλλά μια μοναδική στον κόσμο, πυκνή και ιστορικά διαμορφωμένη νησιωτική πολυδομή, αποτελούμενη από εκατοντάδες κατοικημένα ελληνικά νησιά. Εάν γίνει αποδεκτό ότι μια τόσο συμπαγής νησιωτική περιοχή μπορεί να στερηθεί των θαλάσσιων δικαιωμάτων που της αναγνωρίζει το Δίκαιο της Θάλασσας, τότε το μήνυμα προς τη διεθνή κοινότητα θα είναι σαφές: η ισχύς υπερισχύει του δικαίου.
Οι συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης δεν θα περιοριστούν στην Ανατολική Μεσόγειο. Θα ενισχύσουν κάθε αναθεωρητική δύναμη που επιδιώκει να μετατρέψει μεγάλες θαλάσσιες περιοχές σε ζώνες αποκλειστικού ελέγχου, αξιοποιώντας τις νέες τεχνολογίες προβολής ισχύος. Έτσι, η αποδυνάμωση των δικαιωμάτων των ελληνικών νησιών δεν θα αποτελέσει απλώς μια ελληνική ή περιφερειακή ήττα. Θα σηματοδοτήσει τη μετάβαση σε μια νέα εποχή, όπου το Δίκαιο της Θάλασσας θα υποχωρεί σταδιακά απέναντι στη λογική της στρατιωτικής ισχύος. Σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία μεταβάλλει ριζικά τη σχέση ξηράς και θάλασσας, η υπεράσπιση της νομιμότητας στο Αιγαίο δεν αποτελεί μόνο ελληνικό συμφέρον· αποτελεί ζήτημα διατήρησης της ίδιας της διεθνούς θαλάσσιας τάξης.

