Μάρτυρας υποστηρίζει ότι η γυναίκα κρατούσε σακίδιο με βόμβες μολότοφ, από το οποίο οι υπόλοιποι δράστες προμηθεύονταν τους εμπρηστικούς μηχανισμούς πριν από την επίθεση
Στις ελληνικές αρχές αναμένεται να εκδοθεί η 46χρονη γυναίκα που κατηγορείται για συμμετοχή στον φονικό εμπρησμό του υποκαταστήματος της Marfin στις 5 Μαΐου 2010, μετά τη σύλληψή της από τις βρετανικές αρχές κατόπιν ενεργοποίησης της ερυθράς αγγελίας της Interpol και εκτέλεσης του διεθνούς εντάλματος σύλληψης που είχε εκδώσει η ελληνική Δικαιοσύνη.
Η σύλληψη πραγματοποιήθηκε στον χώρο εργασίας της, σε αεροδρόμιο του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου ζούσε μόνιμα τα τελευταία χρόνια με την οικογένειά της. Σύμφωνα με πληροφορίες, η ίδια είχε ήδη ενημερώσει, μέσω της συνηγόρου της, ότι επιθυμούσε να επιστρέψει αυτοβούλως στην Ελλάδα για να παρουσιαστεί στις αρχές και να υποστηρίξει την αθωότητά της. Ωστόσο, το διεθνές ένταλμα είχε ήδη τεθεί σε ισχύ, με αποτέλεσμα οι βρετανικές αρχές να προχωρήσουν στη σύλληψή της και πλέον να δρομολογείται η διαδικασία έκδοσής της.
Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη δικογραφία
Σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, η δικογραφία περιλαμβάνει βιντεοληπτικό και φωτογραφικό υλικό, καθώς και μαρτυρικές καταθέσεις που, σύμφωνα με τις διωκτικές αρχές, συνδέουν τη 46χρονη με την ομάδα που φέρεται να συμμετείχε στην επίθεση.
Ειδικότερα, η γυναίκα φέρεται να καταγράφεται δίπλα σε έναν από τους δύο 42χρονους που έχουν ήδη συλληφθεί, ενώ μάρτυρας υποστηρίζει ότι κρατούσε σακίδιο με βόμβες μολότοφ, από το οποίο οι υπόλοιποι δράστες προμηθεύονταν τους εμπρηστικούς μηχανισμούς πριν από την επίθεση. Παράλληλα, στη δικογραφία περιλαμβάνεται φωτογραφικό υλικό που είχε εντοπιστεί το 2020 σε γιάφκα αντιεξουσιαστή και στο οποίο φέρεται να απεικονίζεται η ίδια.
Χρυσοχοΐδης: «Η υπόθεση χτίστηκε με δύο χρόνια έρευνας»
Για την πορεία των ερευνών τοποθετήθηκε ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς ότι οι πρόσφατες συλλήψεις βασίστηκαν σε ανώνυμα e-mails ή σε εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης.
Όπως ανέφερε, όταν επέστρεψε στο υπουργείο το 2024, η δικογραφία αφαιρέθηκε από την υπηρεσία που τη χειριζόταν και ανατέθηκε στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, το λεγόμενο «ελληνικό FBI».
«Όλοι αυτοί οι αστυνομικοί και εγώ προσωπικά καθίσαμε και δουλέψαμε δύο ολόκληρα χρόνια. Στο τέλος οι αστυνομικοί υπέγραψαν συγκεκριμένα συμπεράσματα. Η υπόθεση δεν βασίστηκε ούτε σε ανώνυμα mail ούτε σε όσα ακούγονται περί τεχνητής νοημοσύνης», υποστήριξε ο υπουργός, επιμένοντας ότι η δικογραφία προέκυψε μέσα από μακρά και συστηματική αστυνομική έρευνα.
Στο μικροσκόπιο ακόμη δύο ύποπτοι
Την ίδια ώρα, οι έρευνες της ΕΛ.ΑΣ. συνεχίζονται για τον εντοπισμό δύο ακόμη ατόμων που φέρονται να συμμετείχαν στην πενταμελή ομάδα των δραστών.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που εξετάζουν οι αστυνομικοί του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, ο ένας από τους δύο φέρεται να είναι εκείνος που πέταξε τη μολότοφ στο εσωτερικό του υποκαταστήματος της Marfin, ενώ ο δεύτερος φέρεται να συνέβαλε στην ταχεία εξάπλωση της φωτιάς, ρίχνοντας εύφλεκτο υλικό.
Στο πλαίσιο της έρευνας πραγματοποιήθηκαν κατ’ οίκον έρευνες σε κατοικίες στον Πειραιά και την Καισαριανή, παρουσία των υπόπτων, με τους αστυνομικούς να κατασχέτουν κινητά τηλέφωνα και ψηφιακά μέσα προς εξέταση στα εγκληματολογικά εργαστήρια.
Μέχρι στιγμής, ωστόσο, οι αρχές επισημαίνουν ότι δεν έχουν συγκεντρωθεί επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη σύλληψη των δύο προσώπων, σε αντίθεση με τους τρεις ήδη κατηγορούμενους. Οι έρευνες συνεχίζονται με στόχο την πλήρη ταυτοποίηση όλων όσοι συμμετείχαν στη φονική επίθεση που κόστισε τη ζωή σε τρεις εργαζόμενους της Marfin τον Μάιο του 2010.

