Αντιμετωπίζουν κατηγορίες για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή, ενώ μία 46χρονη που συνελήφθη στο Λονδίνο αναμένεται να εκδοθεί στην Ελλάδα τις επόμενες ημέρες
Τον δρόμο για τη φυλακή πήραν, μετά την ολοκλήρωση των πολύωρων απολογιών τους, οι δύο 42χρονοι που κατηγορούνται για την εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin στην οδό Σταδίου, τον Μάιο του 2010, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι.
Με σύμφωνη γνώμη της 3ης τακτικής ανακρίτριας και του αρμόδιου εισαγγελέα, οι δύο κατηγορούμενοι κρίθηκαν προσωρινά κρατούμενοι. Σε βάρος τους έχουν ασκηθεί, μεταξύ άλλων, κατηγορίες για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή.
Αρνήθηκαν τις κατηγορίες
Κατά τις απολογίες τους, οι δύο 42χρονοι αρνήθηκαν ότι συμμετείχαν στην επίθεση και αμφισβήτησαν το σύνολο των στοιχείων που τους αποδίδονται.
Ο ένας από τους κατηγορουμένους, ο οποίος σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα φέρεται να είναι το πρόσωπο που έσπασε τη τζαμαρία του κτιρίου, υποστήριξε ότι βρισκόταν στην πορεία της 5ης Μαΐου 2010, αλλά αποχώρησε όταν ξεκίνησαν τα επεισόδια.
Ο δεύτερος παραδέχθηκε επίσης ότι συμμετείχε στη συγκέντρωση, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι βρισκόταν σε διαφορετικό σημείο και δεν είχε καμία σχέση με όσα συνέβησαν έξω από το υποκατάστημα της τράπεζας.
Παρά τις αρνήσεις τους, ανακρίτρια και εισαγγελέας έκριναν ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πράξεων που τους αποδίδονται δημιουργούν κίνδυνο τέλεσης νέων αδικημάτων και αποφάσισαν την προσωρινή τους κράτηση.
Συγκέντρωση αλληλεγγύης στα δικαστήρια
Οι δύο συλληφθέντες οδηγήθηκαν το πρωί στο κτίριο 9 της πρώην Σχολής Ευελπίδων υπό αυστηρά μέτρα ασφαλείας.
Έξω από τα δικαστήρια είχαν συγκεντρωθεί άτομα από συλλογικότητες και τον αντιεξουσιαστικό χώρο, εκφράζοντας τη συμπαράστασή τους στους κατηγορουμένους.
Με την έναρξη της διαδικασίας, οι συνήγοροί τους κατέθεσαν απολογητικά υπομνήματα στην ανακρίτρια.
«Δεν έχουν ταυτοποιηθεί οι δράστες, έχουν ταυτοποιηθεί σακίδια»
Μετά την ανακοίνωση της απόφασης, ο Θανάσης Καμπαγιάννης, συνήγορος ενός εκ των δύο κατηγορουμένων, δήλωσε:
«Έχει γίνει κατανοητό από όλους ότι στην συγκεκριμένη υπόθεση δεν έχουν ταυτοποιηθεί οι δράστες, έχουν ταυτοποιηθεί σακίδια. Και όμως με την ταυτοποίηση ενός σακιδίου, όπως λέει η ΔΕΕ, δύο άνθρωποι οδηγούνται προφυλακισμένοι στη φυλακή. Εμείς το λέμε και το λέμε μετά λόγου γνώσης, ότι άμα αυτή η υπόθεση μείνει με αυτό το αποδεικτικό στοιχείο θα πέσει στο δικαστήριο. Θα είναι τεράστια η αδικία και η ταλαιπωρία για τους κατηγορούμενους, θα είναι τεράστια η αδικία και η ταλαιπωρία και για τα θύματα και τις οικογένειές τους των ανθρώπων που χάθηκαν στη Marfin, που θα ξανασυρθούν σε ένα δικαστήριο, όπως την προηγούμενη φορά, το οποίο δεν είναι δεμένο, και το οποίο θα καταλήξει, στην απαλλαγή των κατηγορούμενων και όχι στην απόδοση Δικαιοσύνης. Αναμένουμε ότι οι ανακριτικές και εισαγγελικές αρχές θα κάνουν πραγματικές ενέργειες για να εξιχνιάσουν την συγκεκριμένη υπόθεση, και να βρουν πραγματικά στοιχεία. Γιατί αυτή την στιγμή, στοιχεία δεν υπάρχουν. Ο εντολέας μου συμμετείχε στην πορεία όπως εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι αλλά δεν συμμετείχε ούτε στα επεισόδια, ούτε στον εμπρησμό. Αυτό βροντοφώναξε και δήλωσε και σήμερα στην κυρία ανακρίτρια και στην κυρία εισαγγελέα».
Η νέα έρευνα, 16 χρόνια μετά
Οι συλλήψεις πραγματοποιήθηκαν έπειτα από νέα έρευνα των αστυνομικών Αρχών, δεκαέξι χρόνια μετά την τραγωδία.
Στη δικογραφία περιλαμβάνονται στοιχεία που επανεξετάστηκαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και στη συνέχεια διαβιβάστηκαν στις δικαστικές Αρχές για αξιολόγηση.
Η εμπρηστική επίθεση σημειώθηκε στις 5 Μαΐου 2010, κατά τη διάρκεια επεισοδίων στο κέντρο της Αθήνας. Από τη φωτιά έχασαν τη ζωή τους η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η οποία ήταν τεσσάρων μηνών έγκυος, η Παρασκευή Ζούλια και ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης. Οι τρεις εργαζόμενοι είχαν εγκλωβιστεί στο εσωτερικό του κτιρίου όταν αυτό τυλίχθηκε στις φλόγες.
Αναμένεται στην Ελλάδα η 46χρονη
Την ίδια ώρα, στο Westminster Magistrates’ Court του Λονδίνου οδηγήθηκε η 46χρονη Ελληνίδα που συνελήφθη στο αεροδρόμιο Γκάτγουικ, μετά την ενεργοποίηση ερυθράς αγγελίας της Interpol από τις ελληνικές Αρχές.
Η γυναίκα, η οποία κατηγορείται επίσης για συμμετοχή στην επίθεση, παραιτήθηκε από τα ένδικα μέσα που της παρέχει το βρετανικό δίκαιο και αποδέχθηκε το αίτημα έκδοσής της στην Ελλάδα. Παράλληλα, υπέγραψε έγγραφο με το οποίο δεσμεύεται ότι δεν θα ανακαλέσει την απόφασή της.
Οι βρετανικές Αρχές αποφάσισαν να παραμείνει υπό κράτηση, χωρίς να της επιτρέψουν να αφεθεί ελεύθερη ακόμη και με ηλεκτρονική επιτήρηση, παρά το γεγονός ότι είναι μητέρα δύο παιδιών.
Η μεταγωγή της στην Ελλάδα αναμένεται να πραγματοποιηθεί αεροπορικώς, συνοδεία αστυνομικών της ΕΛ.ΑΣ., μέσα στις επόμενες επτά έως δέκα ημέρες. Αμέσως μετά την άφιξή της, θα οδηγηθεί ενώπιον του ανακριτή για να απολογηθεί.
Σύμφωνα με εκπρόσωπο της Εθνικής Υπηρεσίας Καταπολέμησης Εγκλήματος του Ηνωμένου Βασιλείου, η σύλληψή της έγινε από στελέχη της Εθνικής Μονάδας Εκδόσεων.
Η ίδια, μέσω του δικηγόρου της, έχει δηλώσει αθώα, ενώ μετά τη γνωστοποίηση ότι αναζητείται από τις ελληνικές Αρχές είχε εκφράσει την πρόθεσή της να επιστρέψει άμεσα στη χώρα, έχοντας μάλιστα εκδώσει σχετικό αεροπορικό εισιτήριο.

