Η ζήτηση ξεπέρασε τα 10.600 MW, αλλά το δίκτυο άντεξε
Για τρίτη συνεχόμενη ημέρα το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα λειτουργεί υπό ιδιαίτερα αυξημένη πίεση, καθώς ο παρατεταμένος καύσωνας και η εκτεταμένη χρήση κλιματιστικών έχουν εκτοξεύσει τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας σε επίπεδα-ρεκόρ για το φετινό καλοκαίρι.
Στις 15:00 της Τετάρτης, η ζήτηση διαμορφώθηκε στα 10.618 MW, ενώ η συνολική παραγωγή έφτασε τα 11.532 MW, επιτρέποντας στο σύστημα να καλύψει πλήρως τις αυξημένες ανάγκες και να διατηρήσει πλεόνασμα ισχύος.
Καθοριστική ήταν η συμβολή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), οι οποίες κάλυψαν περισσότερο από το 80% της ηλεκτροπαραγωγής εκείνη την ώρα, προσφέροντας 9.292 MW στο δίκτυο. Το υπόλοιπο φορτίο καλύφθηκε από μονάδες φυσικού αερίου, υδροηλεκτρικά και λιγνιτικές μονάδες.
Η υψηλή παραγωγή από ΑΠΕ επέτρεψε μάλιστα στην Ελλάδα να πραγματοποιήσει καθαρές εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας, κυρίως προς την Τουρκία, την Ιταλία, τη Βουλγαρία και την Αλβανία, ενώ παράλληλα σημαντικές ποσότητες πλεονάζουσας ενέργειας αποθηκεύτηκαν σε μονάδες αποθήκευσης.
Το δίκτυο άντεξε, αλλά δεν έλειψαν οι τοπικές βλάβες
Παρά τη μεγάλη καταπόνηση του συστήματος, δεν καταγράφηκαν σοβαρά προβλήματα στην ευστάθεια του ηλεκτρικού δικτύου. Ωστόσο, το μεσημέρι σημειώθηκαν τοπικές διακοπές ηλεκτροδότησης σε περιοχές της Αθήνας και της Αττικής, με συνεργεία του ΔΕΔΔΗΕ να εργάζονται για την αποκατάσταση των βλαβών.
Πτώση στις τιμές της χονδρικής
Η αυξημένη συμμετοχή των ΑΠΕ συνέβαλε και στη συγκράτηση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας, η μέση τιμή στην αγορά επόμενης ημέρας για την Πέμπτη διαμορφώνεται στα 111,72 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας μείωση 3,6% σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα και συνεχίζοντας την αποκλιμάκωση που είχε ξεκινήσει την Τρίτη.
Παρά τη θετική εικόνα, οι διαχειριστές του συστήματος επισημαίνουν ότι όσο διαρκεί ο καύσωνας και η ζήτηση παραμένει υψηλή, ιδιαίτερα τις βραδινές ώρες όταν μειώνεται η παραγωγή των φωτοβολταϊκών, η ασφαλής λειτουργία του δικτύου θα εξακολουθήσει να εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα των μονάδων φυσικού αερίου και την περαιτέρω ανάπτυξη των υποδομών αποθήκευσης ενέργειας.

