Μήνυμα ενότητας και ευθύνης απηύθυνε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας, κατά την ομιλία του στην Γιορτή για την 52η Επέτειο Αποκατάστασης της Δημοκρατίας, στο Προεδρικό Μέγαρο, υπογραμμίζοντας ότι «η ενότητα για τον ελληνισμό δεν είναι κοινότοπη έκκληση. Είναι ιστορικός όρος επιβίωσης και επιτυχίας» και σημειώνοντας ότι «η αντιπαράθεση πρέπει να υποχωρεί εκεί που αρχίζει ο σκληρός πυρήνας του εθνικού συμφέροντος».
Όπως τόνισε «Η ευθύνη ξεκινά από εκείνους που κατέχουν θέσεις ευθύνης. Εμείς πρώτοι πρέπει να δείξουμε τον σεβασμό και την ψυχραιμία που ζητάμε από την κοινωνία μας» και πρόσθεσε ότι «οι πολιτικοί δεν έχουν το δικαίωμα να ζητούν από τους πολίτες σύνεση, αν δεν δίνουν πρώτοι το παράδειγμα. Δεν μπορούμε να ζητάμε ενότητα, όταν εμείς καλλιεργούμε τη διαίρεση· ούτε μέτρο, όταν εμείς δεν τηρούμε το μέτρο πρώτοι».
Ειδικότερα, κατά την ομιλία του, ο κ. Τασούλας ανέφερε ότι «η Δημοκρατία δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Είναι η κορυφαία έκφραση του ανθρώπινου πολιτισμού στο πολιτειακό και θεσμικό επίπεδο. Και επειδή η κυβέρνηση δεν βρίσκεται στα χέρια των ολίγων, αλλά στα χέρια των πολλών, «δημοκρατία κέκληται». Είναι η διαχείριση της μοίρας ενός λαού και ενός κράτους από τον ίδιο τον λαό με κανόνες και αρχές. Είναι η γοητεία, αλλά και η βαριά ευθύνη να ορίζεις την μοίρα σου και την μοίρα του τόπου σου σε διαρκή αναμέτρηση με καταγωγικές αδυναμίες της δημοκρατίας, όπως η δημαγωγία, η παραπληροφόρηση, η αδιαφορία και η διαβολή. Δηλαδή, όλα αυτά που κάνουν τον ασθενέστερο λόγο να φαίνεται αληθοφανής, το περίφημο “τον ήσσονα λόγον κρείττω ποιείν”».
Παράλληλα, επισήμανε, ότι «σήμερα, η καλύτερη Δημοκρατία που είχαμε ποτέ και που την εγκατέστησε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και οι συνεργάτες του, κλείνει τα 52. Παρά τις δοκιμασίες της, δείχνει νεότερη. Κι αν στη μέση ηλικία υπάρχει μια μελαγχολία, υπάρχει ταυτόχρονα γνώση και εμπειρία που μας επιτρέπει με ψυχραιμία να υπερβούμε την μελαγχολία και να τολμήσουμε νέους δρόμους και νέους στόχους».
Ειδική αναφορά έκανε στην ανάγκη «για περιφερειακή ανάπτυξη, ανάσχεση της δημογραφικής κάμψης, προστασία των αδυνάμων, ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και φροντίδα για μια παιδεία επιπέδου προς όλους». Επισήμανε, ότι πρόκειται για στόχους, «που όχι μόνο μας εμπνέουν αλλά και μας ενώνουν» και μίλησε για την δική του εμπειρία από τα ταξίδια του, σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, κατά τον ενάμισι χρόνο της θητείας του, στην Προεδρία της Δημοκρατίας, επισημαίνοντας ότι «εκεί, που χτυπάει πιο δυνατά η καρδιά του ελληνισμού είναι στο ακριτικό τόξο από τον Έβρο ως την Κύπρο. Από τον Έβρο έως την Κύπρο ζουν οι πιο ισχυρές ελληνικές κοινότητες. Πρέπει να αντλήσουμε έμπνευση από αυτές τις κοινότητες και ταυτόχρονα να τις ενισχύσουμε ακόμα περισσότερο».
Ωστόσο, παρατήρησε, ότι «δεν αρκεί να δρα μόνο το κράτος. Οι ισχυροί Έλληνες οφείλουν να στηρίξουν συστηματικά πρωτοβουλίες αναγέννησης της χώρας. Οφείλουν ταυτόχρονα να συνειδητοποιήσουν ότι ο πλούτος δεν δικαιώνεται αν μέρος του δεν μετασχηματιστεί εγκαίρως σε ευεργεσία για το γενικό καλό».
Αναφερόμενος στη σημερινή επέτειο, έκανε λόγο για ημέρα τιμής για όσους αντιστάθηκαν στη δικτατορία «ποτέ από το χρέος μη κινούντες» και πρόσθεσε ότι «είναι ωστόσο και ημέρα περισυλλογής. Σαν σήμερα τελείωσε μια επταετία αυταρχισμού, που προκάλεσε την τραγωδία της Κύπρου με την βάρβαρη εισβολή της Τουρκίας».
Τόνισε, ακόμη, ότι «στον αντίποδα αυτής της τραγωδίας, η ομαλή εναλλαγή στην εξουσία και η ένταξη της Ελλάδας και Κύπρου στην ευρωπαϊκή οικογένεια είναι οι θεμελιώδεις κατακτήσεις της μεταπολίτευσης. Κατακτήσεις που ανήκουν εξίσου στις πολιτικές παρατάξεις, αλλά προπαντός ανήκουν στον ελληνικό λαό».
Μάλιστα, υπογράμμισε, ότι «ο κορυφαίος και αδιαπραγμάτευτος στόχος της Μεταπολίτευσης είναι και θα είναι η ολόπλευρη ενίσχυση του ελληνισμού έτσι ώστε να επιτευχθεί η άρση των συνεπειών της εισβολής. Η επανένωση της μεγαλονήσου και το τέλος της κατοχής σε έδαφος μιας χώρας μέλους της Ε.Ε παραμένει ύψιστη προτεραιότητα. Το ζητούμενο αυτό δεν είναι ασύνδετο με τους υπόλοιπους στόχους μας. Η συλλογική, συστηματική και διαχρονική προσπάθεια για την επίτευξη αυτού του σκοπού είναι η μοναδική εθνική στρατηγική που εγγυάται ταυτόχρονα την οικονομική πρόοδο και την εθνική ασφάλεια».
Υπενθύμισε και τις περιόδους οπισθοδρόμησης, που είχαμε αυτά 52 χρόνια, σημειώνοντας ότι «ο οξύτατος διχασμός που χαρακτήρισε την εποχή της κρίσης προκάλεσε συνέπειες από τις οποίες δεν έχουμε ακόμα οριστικά ανακάμψει. Η προηγούμενη δεκαετία πρέπει να γίνει μάθημα για την πολιτική τάξη, αλλά και για τον λαό: Και το κυριότερο μάθημα είναι ότι η αντιπαράθεση πρέπει να υποχωρεί εκεί που αρχίζει ο σκληρός πυρήνας του εθνικού συμφέροντος».
Όπως είπε χαρακτηριστικά «όταν η αντιπαράθεση κακοφορμίζει και διολισθαίνει σε μόνιμη οξύτητα τότε ακολουθεί η οπισθοδρόμηση, η βία και η κοινωνική αναταραχή. Η Δημοκρατία οφείλει να δείχνει μηδενική ανοχή στη βία, αλλά και οι πολίτες πρέπει να δείχνουν την οφειλόμενη αυτοσυγκράτηση για να διασφαλίζουν την ομαλότητα».
Μιλώντας για την ευθύνη και τον ρόλο των πολιτικών, υποστήριξε ότι «δεν έχουν το δικαίωμα να ζητούν από τους πολίτες σύνεση, αν δεν δίνουν πρώτοι το παράδειγμα. Δεν μπορούμε να ζητάμε ενότητα, όταν εμείς καλλιεργούμε τη διαίρεση· ούτε μέτρο, όταν εμείς δεν τηρούμε το μέτρο πρώτοι. Η ενότητα για τον ελληνισμό δεν είναι κοινότοπη έκκληση. Είναι ιστορικός όρος επιβίωσης και επιτυχίας. Η ευθύνη ξεκινά από εκείνους που κατέχουν θέσεις ευθύνης. Εμείς πρώτοι πρέπει να δείξουμε τον σεβασμό και την ψυχραιμία που ζητάμε από την κοινωνία μας».
Σχετικά με την θέση της χώρας μας στον διεθνή χάρτη και την επιρροή από τις περιφερειακές εξελίξεις εκτίμησε ότι «η Ελλάδα οφείλει να προνοεί και να δρα διαρκώς στον αμυντικό, οικονομικό και διπλωματικό τομέα», καθώς ο κόσμος χαρακτηρίζεται από οικονομικές αναταράξεις και τεχνολογικά άλματα, που πυροδοτούν πολεμικές συγκρούσεις και γεωπολιτικές μεταβολές.
Ωστόσο, σημείωσε ότι «η εθνική ισχύς δεν είναι μόνο ζήτημα της κυβερνητικής πολιτικής. Μια χώρα είναι ισχυρή όταν έχει ανθρώπους που συνδυάζουν το πείσμα, τον πατριωτισμό και τη γνώση» και συμπλήρωσε ότι «γι’ αυτό πρέπει να προτάξουμε την παιδεία πιο πολύ από ποτέ. Παιδεία και εκπαίδευση, θεωρητική και θετική είναι το κλειδί για την ασφάλεια και την πρόοδο. Κι ένα αποφασιστικό κομμάτι της παιδείας είναι η ποίηση». Όπως είπε «ας δώσουμε στα νέα παιδιά πρόσβαση στην ποίηση. Η ποίηση οπλίζει το πνεύμα με απλούς κώδικες ήθους, λογικής και πίστης. Κώδικες χρήσιμοι για να αγωνιζόμαστε με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και μεγαλύτερη αξιοπρέπεια. Για να γινόμαστε πολίτες στων ιδεών την πόλη. Πόλη, όπου κατά τον ποιητή «στην αγορά της βρίσκεις νομοθέτας που δεν γελά κανένας τυχοδιώχτης»!
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επέλεξε να κλείσει την ομιλία του, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στην σχέση της Ελλάδας με την θάλασσα, υπογραμμίζοντας ότι «η αιώνια πατρίδα της Ελλάδας είναι η θάλασσα» και προσθέτοντας ότι «κρατάμε στα χέρια μας το γαλάζιο νήμα του ελληνισμού. Οφείλουμε να το παραδώσουμε πιο ισχυρό σ’ εκείνους που θα ακολουθήσουν. Αυτό θα είναι η δικαίωση όχι μόνο της Μεταπολίτευσης, όχι μόνο μιας εποχής ή μιας γενιάς, αλλά ενός τρόπου σκέψης. Ενός τρόπου σκέψης που παραμερίζει την δυσπιστία και τη μελαγχολία και καλεί σε πρόοδο και δημιουργία».
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά «ο ελληνικός πολιτισμός είναι για πάνω από 50 αιώνες ταυτισμένος με τη θάλασσα, 1000 τουλάχιστον χρόνια πριν από τις Μυκήνες και την Κνωσσό, όπως άλλωστε αποκαλύφθηκε μέσα από τις ανασκαφές της Κέρου. Γαλάζια είναι, λοιπόν, η πατρίδα της Ελλάδας μέσα στην πληρότητα του χρόνου. Γαλάζια ήταν και είναι πάντοτε η πατρίδα του ελληνισμού από την Κύπρο και την Ιωνία έως τη Σικελία και την Μασσαλία αιώνες πριν από την ίδρυση της Ρώμης. Γαλάζια είναι και σήμερα η πατρίδα της γαλανόλευκης. Γιατί ερχόμαστε από την «γλαυκή θάλασσα» της Ιλιάδος που κατά τον Πάτροκλο γέννησε τον Αχιλλέα, γιατί ερχόμαστε από την «κυανέαν άλα» την γαλάζια θάλασσα του Ευριπίδη στην Ιφιγένεια εν Ταύροις, γιατί νοσταλγούμε την πολυαγαπημένη «γαλανή πατρίδα» του Γ. Δροσίνη και γιατί ερχόμαστε πάλι από την «γαλάζια πατρίδα» τη φωτοσπαρμένη του Κ. Παλαμά. Να γιατί η γαλάζια μας πατρίδα είναι κατοχυρωμένη στο ληξιαρχείο της Ελληνικής γραμματείας».

