Το Κρεμλίνο φέρεται να εξετάζει νέα μαζική στρατολόγηση χωρίς επίσημη ανακοίνωση επιστράτευσης – Ο φόβος του Ρώσου προέδρου ότι μια έξοδος από τον πόλεμο χωρίς την κατάληψη ολόκληρου του Ντονμπάς μπορεί να απειλήσει ακόμη και την παραμονή του στην εξουσία – Σε ποιούς και γιατί είπε: “Θα με κρεμάσουν!”
Πού θα βρει ο Βλαντίμιρ Πούτιν άλλους 300.000 έως 400.000 άνδρες για να στείλει στην Ουκρανία; Και, κυρίως, πώς θα μπορέσει να το κάνει χωρίς να προκαλέσει ένα νέο κύμα κοινωνικής αναταραχής στη Ρωσία;
Αυτό είναι ένα από τα κρίσιμα ερωτήματα που αναδύονται από τη νέα ανάλυση του Economist, σύμφωνα με την οποία ο Ρώσος πρόεδρος, αντί να αναζητήσει έξοδο από τον πόλεμο, φαίνεται να εξετάζει την περαιτέρω κλιμάκωσή του.
Πηγές που επικαλείται το περιοδικό υποστηρίζουν ότι ο Πούτιν ενδέχεται να επιδιώξει την αποστολή ακόμη 300.000 έως 400.000 Ρώσων στο μέτωπο, χωρίς να χρειαστεί να ανακοινώσει ένα νέο επίσημο κύμα επιστράτευσης. Η στρατολόγηση θα μπορούσε να γίνει μέσω πιέσεων που θα ασκήσουν οι περιφερειακές Αρχές, μεταφέροντας έτσι το πολιτικό κόστος από το Κρεμλίνο στις τοπικές κοινωνίες.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: υπάρχουν πραγματικά τόσοι άνδρες διαθέσιμοι και πρόθυμοι να πολεμήσουν;
Από πού θα προέλθουν οι νέες ρωσικές δυνάμεις;
Η Ρωσία έχει ήδη πληρώσει βαρύ ανθρώπινο τίμημα στον πόλεμο, ενώ η σύγκρουση έχει εξελιχθεί σε έναν πόλεμο φθοράς, με drones, πυραύλους και συνεχείς επιθέσεις να καταναλώνουν τεράστιους πόρους και ανθρώπινο δυναμικό.
Μια νέα επίσημη επιστράτευση θα ήταν πολιτικά επικίνδυνη για το Κρεμλίνο. Η προηγούμενη κινητοποίηση προκάλεσε κύμα φυγής Ρώσων στο εξωτερικό και έντονη κοινωνική αναστάτωση.
Γι’ αυτό και, σύμφωνα με την ανάλυση του Economist, η Μόσχα θα μπορούσε να επιλέξει μια διαφορετική μέθοδο: να αφήσει τις περιφερειακές κυβερνήσεις να αναλάβουν την εξεύρεση των απαιτούμενων ανδρών, χρησιμοποιώντας οικονομικά κίνητρα, διοικητικές πιέσεις και άλλες μορφές εξαναγκασμού.
Ένα τέτοιο μοντέλο στρατολόγησης φέρεται ήδη να δοκιμάζεται σε περιοχές της Ρωσίας.
Γιατί ο Πούτιν δεν θέλει να σταματήσει;
Το μεγαλύτερο ερώτημα, όμως, δεν αφορά μόνο το ανθρώπινο δυναμικό. Αφορά το γιατί ο Ρώσος πρόεδρος εμφανίζεται αποφασισμένος να συνεχίσει.
Σύμφωνα με την ανάλυση, ο Πούτιν θεωρεί ότι μια συμφωνία που θα τερμάτιζε τον πόλεμο χωρίς την κατάληψη ολόκληρου του Ντονμπάς θα μπορούσε να παρουσιαστεί στο εσωτερικό της Ρωσίας ως αποτυχία.
Και η αποτυχία, σύμφωνα με πηγές που επικαλείται ο Economist, μπορεί να έχει για τον ίδιο πολύ πιο σοβαρές συνέπειες από μια απλή πολιτική ή στρατιωτική ήττα.
«Θα με κρεμάσουν», φέρεται να έχει πει κάποια στιγμή σε ανθρώπους του στενού του περιβάλλοντος, αναφερόμενος στις συνέπειες μιας αποτυχίας στον πόλεμο. Η αναφορά αποδίδεται σε πηγή που επικαλείται το βρετανικό περιοδικό και δεν αποτελεί ανεξάρτητα επιβεβαιωμένη δήλωση.
Η «λογική του υποκόσμου»
Το Economist περιγράφει τη λογική που αποδίδει στον Πούτιν ως μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η αδυναμία δεν πρέπει ποτέ να γίνεται εμφανής.
Το ρωσικό καθεστώς, σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, μπορεί να αντέξει το υψηλό κόστος της βίας, αλλά δυσκολεύεται πολύ περισσότερο να διαχειριστεί την εικόνα μιας αποτυχίας.
Έτσι, ο τερματισμός του πολέμου χωρίς έναν σαφή στρατιωτικό στόχο μπορεί να θεωρείται από το Κρεμλίνο μεγαλύτερος κίνδυνος από τη συνέχιση της σύγκρουσης.
Αυτό εξηγεί, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, γιατί ο Πούτιν μπορεί να προτιμά την κλιμάκωση από την υποχώρηση.
Η Δύση φοβάται το επόμενο βήμα
Την ίδια ώρα, οι ανησυχίες στη Δύση εντείνονται.
Στις 25 Αυγούστου, ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ πραγματοποίησε αιφνιδιαστική επίσκεψη στη Μόσχα, όπου συναντήθηκε με Ρώσους αξιωματούχους των υπηρεσιών πληροφοριών. Το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε αργότερα ότι υπήρξαν επαφές, διευκρινίζοντας ότι ο Ράτκλιφ δεν συναντήθηκε με τον Πούτιν.
Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιθέσεις Ρωσίας και Ουκρανίας έχουν ενταθεί και οι προσπάθειες για μια σταθερή ειρηνευτική συμφωνία παραμένουν σε αδιέξοδο.
Παράλληλα, ευρωπαϊκές χώρες ενισχύουν την επιτήρηση των συνόρων τους και προετοιμάζονται για ενδεχόμενη αύξηση των ρωσικών υβριδικών επιχειρήσεων, σαμποτάζ και επιθέσεων σε υποδομές.
Περισσότεροι άνδρες, περισσότερες επιθέσεις
Στο ουκρανικό μέτωπο, η ενίσχυση του ρωσικού ανθρώπινου δυναμικού θα επέτρεπε στη Μόσχα να διατηρήσει και να εντείνει την πίεση στις ουκρανικές γραμμές άμυνας.
Ταυτόχρονα, η Ρωσία συνεχίζει να επενδύει μαζικά σε πυραυλικές και drone επιθέσεις εναντίον ουκρανικών ενεργειακών και στρατιωτικών υποδομών.
Ο Πούτιν έχει προειδοποιήσει μάλιστα ότι η Ουκρανία θα αντιμετωπίσει «αντίποινα» για τις επιθέσεις βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια.
Η κλιμάκωση, επομένως, δεν περιορίζεται πλέον στο μέτωπο. Μεταφέρεται στις πόλεις, στις ενεργειακές υποδομές, στις γραμμές ανεφοδιασμού και στην οικονομία.
Το μεγάλο στοίχημα του Κρεμλίνου
Η πραγματική πρόκληση για τον Πούτιν είναι πλέον διπλή.
Από τη μία πλευρά, πρέπει να βρει εκατοντάδες χιλιάδες επιπλέον άνδρες χωρίς να προκαλέσει μια νέα έκρηξη δυσαρέσκειας στη ρωσική κοινωνία.
Από την άλλη, πρέπει να πείσει τη ρωσική ελίτ ότι η συνέχιση του πολέμου μπορεί ακόμη να οδηγήσει σε νίκη.
Και εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο παράδοξο: όσο περισσότερο παρατείνεται ο πόλεμος, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος· όσο όμως δυσκολότερη γίνεται η νίκη, τόσο πιο επικίνδυνη μπορεί να θεωρείται για το Κρεμλίνο η υποχώρηση.
Έτσι, ο πόλεμος μοιάζει να εγκλωβίζει τον Πούτιν σε έναν φαύλο κύκλο: για να μην εμφανιστεί αδύναμος, χρειάζεται περισσότερους άνδρες· για να βρει αυτούς τους άνδρες, χρειάζεται μεγαλύτερη πίεση στο εσωτερικό· και για να δικαιολογήσει το νέο κόστος, χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη στρατιωτική προσπάθεια.
Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι το πιο κρίσιμο:
Πού θα βρει τελικά η Ρωσία τους 300.000 έως 400.000 άνδρες που χρειάζεται ο Πούτιν για την επόμενη φάση του πολέμου;

