Σύμφωνα με έκτακτο δελτίο ειδήσεων, η ηλικιωμένη Μαρικάρμεν που έγινε το σύμβολο της αντίστασης στην Ισπανία για τα δεινά της στεγαστικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα, άφησε απόψε την τελευταία πνοή της
Η Μαρι Κάρμεν Αμπασκάλ, η ηλικιωμένη που έγινε σύμβολο του αγώνα για προσιτή κατοικία στην Ισπανία, πέθανε την Τετάρτη στο νοσοκομείο Γκρεγκόριο Μαρανιόν της Μαδρίτης, σε ηλικία 87 ετών. Τον θάνατό της ανακοίνωσε το Συνδικάτο Ενοικιαστών. Νοσηλευόταν από την ημέρα της έξωσής της, στις 23 Σεπτεμβρίου. Η συμφωνία που θα της επέτρεπε να επιστρέψει στο σπίτι της ήρθε, όπως ανέφεραν οι οικείοι της, πολύ αργά.
Η ιστορία της έδωσε ανθρώπινο πρόσωπο σε μια κρίση που πλήττει εκατομμύρια Ισπανούς. Επί περίπου επτά δεκαετίες ζούσε στο ίδιο διαμέρισμα, στην περιοχή Ρετίρο της Μαδρίτης. Ο πατέρας της είχε υπογράψει το μισθωτήριο το 1956 και η μίσθωση πέρασε αργότερα στη μητέρα της και στη συνέχεια στην ίδια.
Σύμφωνα με τη δημόσια τηλεόραση RTVE, κατέβαλλε περίπου 500 ευρώ τον μήνα, ενώ η εταιρεία που απέκτησε το ακίνητο απαιτούσε ενοίκιο 2.650 ευρώ — ποσό πολύ μεγαλύτερο από τη σύνταξή της, που ξεπερνούσε λίγο τα 1.400 ευρώ. Μετά από δικαστικές διαμάχες και επανειλημμένες αναβολές, η έξωση εκτελέστηκε παρουσία εκατοντάδων ανθρώπων που είχαν συγκεντρωθεί για να τη στηρίξουν. Η 87χρονη απομακρύνθηκε με φορείο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
Η εικόνα της κινητοποίησε πολίτες που έβλεπαν στη δική της περιπέτεια τον φόβο ότι μπορούν και οι ίδιοι να χάσουν το σπίτι τους. Διαδηλώσεις και κατασκηνώσεις διαμαρτυρίας έφεραν τη στέγαση στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Από το νοσοκομείο, η Μαρι Κάρμεν συνέχισε να ενθαρρύνει όσους αγωνίζονταν για το δικαίωμα στην κατοικία.
Στις 28 Σεπτεμβρίου, με τη μεσολάβηση της δημοτικής εταιρείας στέγασης της Μαδρίτης, οι εκπρόσωποί της και η ιδιοκτήτρια εταιρεία κατέληξαν σε συμφωνία. Προβλεπόταν νέο οκταετές συμβόλαιο, με ενοίκιο που δεν θα ξεπερνούσε το 30% του καθαρού εισοδήματός της.
Στο πολιτικό πεδίο, η υπόθεση επιτάχυνε τις εξελίξεις. Η κυβέρνηση Σάντσεθ προώθησε δύο επείγοντα νομοθετικά διατάγματα, γνωστά ως «διατάγματα Μαρι Κάρμεν», για την προστασία ευάλωτων ενοικιαστών και την παράταση μισθώσεων. Στις 2 Οκτωβρίου απορρίφθηκαν από το Κογκρέσο. Το πρώτο καταψηφίστηκε από το Λαϊκό Κόμμα, το Vox και το Junts, ενώ στο δεύτερο προστέθηκαν αρνητικές ψήφοι από το PNV και τον Καναριανό Συνασπισμό.
Η κοινοβουλευτική ήττα ανέδειξε την αδυναμία της κυβέρνησης να εξασφαλίσει πλειοψηφία σε ένα κορυφαίο κοινωνικό ζήτημα. Στις 5 Οκτωβρίου ο Πέδρο Σάντσεθ ανακοίνωσε τη διάλυση της Βουλής και της Γερουσίας και πρόωρες εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου, ζητώντας ανανέωση και διεύρυνση της λαϊκής στήριξης. Έτσι τερματίστηκε πρόωρα η νομοθετική περίοδος, χωρίς να έχει προηγηθεί ανατροπή του με πρόταση δυσπιστίας.
Η Μαρι Κάρμεν δεν πρόλαβε να επιστρέψει στο σπίτι της. Άφησε όμως πίσω της έναν αγώνα που συνέδεσε την προσωπική αξιοπρέπεια με ένα συλλογικό αίτημα: να μπορούν οι άνθρωποι να διατηρούν μια ασφαλή κατοικία, χωρίς το κόστος της να ξεπερνά τις δυνατότητές τους.

