Αντιμέτωπη με αυξανόμενες δημοσιονομικές πιέσεις βρίσκεται η κυβέρνηση Τραμπ, καθώς οι περικοπές σε προσωπικό και κοινωνικά προγράμματα συνυπάρχουν με υψηλότερες αμυντικές δαπάνες, φορολογικές ελαφρύνσεις και νέες εξαγγελίες οικονομικής ενίσχυσης
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το δημοσίευμα, το αμερικανικό έλλειμμα αντιστοιχεί περίπου στο 6,2% του ΑΕΠ, έναντι 5,8% έναν χρόνο νωρίτερα. Η εξέλιξη απέχει από τον στόχο του υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ για περιορισμό του στο 3% του ΑΕΠ, σε συνδυασμό με ανάπτυξη 3%.
Η εικόνα δημιουργεί πολιτική πίεση στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε θέσει τη μείωση του ελλείμματος και τη συρρίκνωση του ομοσπονδιακού κράτους στον πυρήνα της οικονομικής του πολιτικής.
Οι περικοπές δεν ανακόπτουν τις πιέσεις
Η κυβέρνηση έχει περιορίσει το ομοσπονδιακό προσωπικό και την εξωτερική βοήθεια, ενώ το Κογκρέσο, υπό ρεπουμπλικανικό έλεγχο, προχώρησε σε περικοπές στο Medicaid και επιχείρησε να μειώσει προγράμματα επισιτιστικής στήριξης.
Την ίδια στιγμή, παρατάθηκαν φορολογικές περικοπές που επρόκειτο να λήξουν και διατέθηκαν πρόσθετα κονδύλια για την πολιτική απελάσεων. Οι αμυντικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 48 δισ. δολάρια, ή 6%, φτάνοντας τα 917 δισ. δολάρια μέσα στο οικονομικό έτος.
Προεκλογικές δεσμεύσεις με υψηλό κόστος
Ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, η αντιπαράθεση επεκτείνεται στις επόμενες δημοσιονομικές επιλογές. Ο Τραμπ έχει υποσχεθεί καταβολή 5.000 δολαρίων σε κάθε ενήλικο Αμερικανό, εφόσον οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου. Το εκτιμώμενο κόστος μιας τέτοιας παρέμβασης ξεπερνά το 1 τρισ. δολάρια.
Οι Δημοκρατικοί, από την πλευρά τους, επιδιώκουν ανατροπή των περικοπών στο Medicaid και επαναφορά φορολογικών ελαφρύνσεων για την υγειονομική περίθαλψη.
Με τους τόκους του χρέους να επιβαρύνουν διαρκώς τον προϋπολογισμό, η απόσταση ανάμεσα στις δεσμεύσεις για δημοσιονομική πειθαρχία και στις χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένει μεγάλη.

