Μια από τις μεγάλες και τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ) αποκαλεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη ο υπουργός Εξωτερικών της Πορτογαλίας και αντιπρόεδρος των κεντροδεξιών «Λαϊκών» της Ευρώπης, Πάουλο Ρανζέλ, μιλώντας στην «Political» και τον Νίκο Χιδίρογλου, στο γραφείο του στο Palácio das Necessidades της Λισαβόνας. Αναφερόμενος στον Έλληνα πρωθυπουργό, μιλά για την ελληνική προεδρία στο Eurogroup, λέγοντας ότι συνιστά αναγνώριση του έργου των κυβερνήσεων του. Ο Πορτογάλος ΥΠΕΞ αποκαλεί τον εαυτό του «μεγάλο φίλο της Ελλάδας» και μιλά για την ανάληψη της προεδρίας του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ από τη χώρα του.
- Κύριε υπουργέ, ποια η γνώμη σας για τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Κυριάκο Μητσοτάκη;
Πρέπει να πω, μιλώντας όχι τόσο ως υπουργός Εξωτερικών, αλλά ως αντιπρόεδρος του ΕΛΚ, ότι ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης, ηγέτης της Νέας Δημοκρατίας, είναι μια από τις μεγάλες προσωπικότητες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, ίσως από τις πιο γνωστές και τις πιο επιδραστικές. Αυτό οφείλεται στο έργο που έχει επιτελέσει στην ελληνική κυβέρνηση, το οποίο είναι ένα έργο μεγάλου εκσυγχρονισμού της Ελλάδας, διατηρώντας τη δημοσιονομική και προϋπολογιστική πειθαρχία. Η Ελλάδα σήμερα κατέχει την προεδρία του Eurogroup. Δεν είναι τυχαίο, είναι η αναγνώριση του έργου που έκαναν ειδικότερα οι κυβερνήσεις του πρωθυπουργού Μητσοτάκη. Αυτό του έδωσε τεράστια διεθνή αξιοπιστία. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι επίσης μια φωνή μετριοπάθειας. Σε μια εποχή που η πολιτική ζωή είναι πλήρως πολωμένη, είναι κάποιος που έχει μια μετριοπαθή φωνή, είναι μια φωνή της Κεντροδεξιάς, βεβαίως, δηλωμένη, αλλά με μετριοπάθεια και ικανότητα να χτίζει γέφυρες.
- Η Ελλάδα και η Πορτογαλία έχουν πολλά κοινά σε όλα τα επίπεδα. Τι θα φέρει η υπογραφή του μνημονίου πολιτικών διαβουλεύσεων, πέρα από τον συμβολισμό του;
Η υπογραφή του μνημονίου θα επιτρέψει να καταστεί μόνιμος ο πολιτικός διάλογος μεταξύ Ελλάδας και Πορτογαλίας, ειδικά μεταξύ των δύο κυβερνήσεων. Πρέπει να πω ότι, τουλάχιστον από τότε που ανέλαβε αυτή η κυβέρνηση, οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών έχουν ενισχυθεί πολύ. Καταρχάς, επειδή υπάρχει μεγάλη κατανόηση και μεγάλη πολιτική συγγένεια μεταξύ του πρωθυπουργού Μητσοτάκη και του πρωθυπουργού Μοντενέγκρο. Στη δική μου περίπτωση, επειδή είμαι μεγάλος φίλος της Ελλάδας εδώ και πολύ καιρό και έχω εξαιρετικές σχέσεις με τον υπουργό Γιώργο Γεραπετρίτη, με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, με έναν άλλον μεγάλο φίλο, που τώρα είναι υπουργός Γεωργίας, ήταν επίτροπος για πολύ καιρό και εκπρόσωπος της Επιτροπής, τον Μαργαρίτη Σχοινά και με τον μεγάλο μου φίλο επίσης, που βρίσκεται στο Στρασβούργο και στις Βρυξέλλες, τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, ο οποίος είναι μια προσωπικότητα αναφοράς της ελληνικής πολιτικής τις τελευταίες δεκαετίες. Προφανώς έχουμε πολύ στενή σχέση με την Ελλάδα σήμερα. Ο πρωθυπουργός μας επισκέφθηκε την Ελλάδα τον Ιούλιο, εγώ την είχα επισκεφθεί πέρυσι, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας επίσης, και υπήρξε συνεργασία στον τομέα της άμυνας. Στο βάθος, είναι δύο χώρες που έχουν το ίδιο μέγεθος και έχουν κοινή ιστορία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μία μπήκε το ’81, η άλλη μπήκε το ’86. Η δημοκρατία είχε έρθει την ίδια εποχή, Απρίλιο του ’74 στην Πορτογαλία, Ιούλιο του ’74 στην Ελλάδα, και μετά είχαν την περιπέτεια της οικονομικής κρίσης και της τρόικας την ίδια στιγμή.
- Στο πλαίσιο της πρόσφατης ανακοίνωσης του προέδρου Τραμπ σχετικά με μια ενεργειακή κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, πώς αξιολογεί η πορτογαλική κυβέρνηση τον αντίκτυπο αυτής της πρωτοβουλίας;
Καταρχάς, πρέπει να το επιβεβαιώσουμε. Αλλά είναι προφανές ότι θα ήταν εξαιρετικά επιθυμητό, διότι, πράγματι, η Ρωσία άρχισε να χτυπάει σφοδρά κρίσιμες υποδομές της Ουκρανίας, ιδιαίτερα τις ενεργειακές, οι οποίες είναι πολύ σημαντικές για την καθημερινότητα των πολιτών, ειδικά τον χειμώνα. Αυτό είχε ως συνέπεια μια νόμιμη απάντηση από την Ουκρανία, η οποία στόχευσε συγκεκριμένα τα διυλιστήρια της Ρωσίας και άλλες κρίσιμες υποδομές. Προφανώς, αν υπήρχε μια ενεργειακή κατάπαυση του πυρός, θα μπορούσε να είναι μια καλή αρχή για συνολική κατάπαυση του πυρός. Είναι προφανές ότι αυτό εξαρτάται ουσιαστικά από τη Ρωσία, επειδή ο πρόεδρος Ζελένσκι έχει ήδη πει ότι θα ήταν πλήρως διαθέσιμος να προχωρήσει η κατάπαυση πυρός. Είναι απαραίτητο να το κάνει η Ρωσία και αν συμβεί, θα είναι καλό νέο για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, για ολόκληρο τον κόσμο, και θα δώσει ελπίδα για έναν διάλογο που μπορεί να προωθήσει, πρώτον, μια γενική κατάπαυση του πυρός και μετά μια δίκαιη, διαρκή και βιώσιμη ειρήνη.
- Πώς αξιολογεί η Πορτογαλία την εφαρμογή του νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Με ποιον τρόπο αυτό το σύμφωνο εγγυάται μια ισορροπία ανάμεσα στην επιμερισμένη ευθύνη και στην υποχρεωτική αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών, χωρίς να επιβαρύνει τις χώρες της πρώτης γραμμής, Ιταλία, Ελλάδα, Μάλτα, Ισπανία, Κύπρο;
H Πορτογαλία είναι πλήρως δεσμευμένη στην τήρηση του συμφώνου, ακόμα και αν υπάρχουν πτυχές με τις οποίες εδώ ή εκεί δεν συμφωνούμε. Αλλά προσέξτε, για να υπάρξει μια συμφωνία σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πρέπει πάντα να γίνονται κάποιες υποχωρήσεις. Υπάρχει κάτι στο οποίο η πορτογαλική κυβέρνηση, από το 2024, άλλαξε τη μεταναστευτική πολιτική της χώρας. Η Πορτογαλία δέχτηκε 800.000 μετανάστες σε τέσσερα πέντε χρόνια κατά τα τελευταία χρόνια του πρωθυπουργού Κόστα και αυτό είχε έναν βάναυσο αντίκτυπο. Πρώτον, σε πολλούς ανθρώπους που δεν ήταν νομιμοποιημένοι και μετά, στις δημόσιες υπηρεσίες, στην εκπαίδευση, στην υγεία, ιδιαίτερα σε αυτά τα δύο. Για αυτό, προφανώς, κατανοούμε την ανάγκη για μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό. Θέλουμε οι μετανάστες να αντιμετωπίζονται με ανθρωπισμό και σεβασμό, αλλά για αυτό χρειάζονται νόμιμοι δρόμοι εισόδου και να υπάρχει έλεγχος στα σύνορα. Σε αυτό στοχεύει το Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου της ΕΕ και για αυτό είμαστε αλληλέγγυοι με το σύμφωνο, κατανοώντας ότι έχει προφανώς ορισμένα ζητήματα που ενδεχομένως θα μπορούσαν να βελτιωθούν ή να τροποποιηθούν. Αλλά, κατά τη γνώμη μας, το θεμελιώδες ήταν να έχουμε μια κοινή πολιτική.
- Κύριε υπουργέ, η Πορτογαλία εκλέχτηκε ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για τη διετία 2027-2028, έτσι δεν είναι; Προτίθεστε, όπως αναφέρατε, να στρέψετε την προσοχή και σε λιγότερο προβεβλημένες κρίσεις. Και τι σκοπεύετε, επομένως, να κάνετε σε αυτόν τον τομέα;
Καταρχάς, επιτρέψτε μου να πω ότι εμείς θα αντικαταστήσουμε κατά κάποιον τρόπο την Ελλάδα. Άλλωστε, κατά την επίσκεψή μου το 2025, ο υπουργός Γεραπετρίτης είχε πει: «Υποστηρίζουμε την Πορτογαλία και ελπίζουμε ότι μετά θα μπορείτε, στο βάθος, να μας αντικαταστήσετε στο Συμβούλιο Ασφαλείας». Και αυτό θα συμβεί. Η Ελλάδα θα ολοκληρώσει τη θητεία της τώρα τον Δεκέμβριο του 2026 και εμείς θα ξεκινήσουμε με την προεδρία του Συμβουλίου τον Ιανουάριο του 2027. Ένα από τα σημεία που έχουμε είναι ότι σήμερα υπάρχουν δύο πολύ ορατές συγκρούσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Η μία είναι η σύγκρουση Ρωσίας και Ουκρανίας, η άλλη είναι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, όχι μόνο Ισραήλ και Παλαιστίνης, αλλά σήμερα ουσιαστικά το ζήτημα του Ιράν, το ζήτημα του Ορμούζ, τώρα επίσης το ζήτημα των Χούθι, επομένως, όλος ο χώρος του Κόλπου. Αλλά, στην πραγματικότητα, αυτό που συμβαίνει στο Σουδάν, στο Νότιο Σουδάν, στο Κονγκό, στην Αϊτή, αυτό που τώρα αρχίζει ενδεχομένως στην Αιθιοπία, στη Μιανμάρ, είναι κρίσεις που βρίσκονται λίγο στη σκιά και, ωστόσο, σε μεγάλο μέρος τους, η ανθρωπιστική τραγωδία είναι του ίδιου επιπέδου ή ακόμα και μεγαλύτερη μερικές φορές. Και, ωστόσο, δεν είναι στις ειδήσεις, δεν είναι στις προτεραιότητες του κόσμου. Ίσως για αυτό οι εν λόγω συγκρούσεις να είναι δυνατόν, παρά ταύτα, να επιλυθούν πιο εύκολα. Δεν λέω ότι είναι έτσι, γιατί πολλές από αυτές διαρκούν εδώ και πολύ καιρό, αλλά η συνθήκη του να μην είναι πάντα στα φώτα της δημοσιότητας επιτρέπει στο διπλωματικό έργο να είναι πιο αποτελεσματικό. Και για αυτό, η Πορτογαλία σίγουρα θα θέσει αυτά τα θέματα στην ατζέντα του Συμβουλίου, ακριβώς επειδή θεωρεί, ιδιαίτερα στην αφρικανική ήπειρο, αλλά, για παράδειγμα, επίσης στην περίπτωση της Κεντρικής Αμερικής, στην Αϊτή, ότι είναι δυνατόν να γίνουν πολύ περισσότερα και ότι η διεθνής κοινότητα έχει αυτή την ευθύνη.

