Ήταν εκρηκτικός, γοητευτικός, προκλητικός, βαθιά καλλιεργημένος και αδύνατον να περάσει απαρατήρητος. Ο Ανδρέας Βουτσινάς δεν υπήρξε απλώς ένας σπουδαίος σκηνοθέτης ή ένας επιτυχημένος ηθοποιός διεθνούς εμβέλειας. Υπήρξε μια θεατρική προσωπικότητα που έζησε ανάμεσα σε θρύλους, δημιούργησε τους δικούς της μύθους και άφησε πίσω της ένα αποτύπωμα που εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις.
Για κάποιους ήταν ιδιοφυΐα. Για άλλους, ένας αθεράπευτα προκλητικός καλλιτέχνης που απολάμβανε να ταράζει τα νερά. Για όλους, όμως, ήταν μια από τις πιο ξεχωριστές μορφές που πέρασαν ποτέ από το ελληνικό θέατρο.

Από το Χαρτούμ στο κέντρο του παγκόσμιου θεάτρου
Η ζωή του ξεκίνησε πολύ μακριά από τις θεατρικές σκηνές που αργότερα θα κατακτούσε. Γεννημένος στο Χαρτούμ του Σουδάν το 1932, γιος Έλληνα επιχειρηματία, μεγάλωσε στην Αθήνα με τη βεβαιότητα πως ο κόσμος ήταν μεγαλύτερος από τα όρια της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Αυτή η αίσθηση τον οδήγησε νωρίς στο Λονδίνο. Εκεί σπούδασε υποκριτική και ενδυματολογία σε δύο από τις σημαντικότερες σχολές της εποχής, το Old Vic και το Weber Douglas. Ήταν μόνο η αρχή ενός ταξιδιού που θα τον έφερνε στην καρδιά του διεθνούς θεάτρου.

Η Νέα Υόρκη, το Actors Studio και ο Ελία Καζάν
Η καθοριστική στιγμή της ζωής του ήρθε όταν βρέθηκε στη Νέα Υόρκη και πέρασε τις πόρτες του θρυλικού Actors Studio.
Εκεί συνάντησε τον άνθρωπο που θα επηρέαζε βαθιά την πορεία του: τον Ελία Καζάν.
Ο Βουτσινάς δεν υπήρξε ένας απλός μαθητής. Ξεχώρισε γρήγορα για το ταλέντο, την οξυδέρκεια και τη σπάνια ικανότητά του να «διαβάζει» τους ηθοποιούς. Ο Καζάν τον εμπιστεύτηκε τόσο ως ηθοποιό όσο και ως συνεργάτη, ανοίγοντάς του τον δρόμο για το Μπρόντγουεϊ.
Την ίδια εποχή γνώρισε πρόσωπα που αργότερα θα γίνονταν θρύλοι του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ο Αλ Πατσίνο, η Φέι Νταναγουέι, ο Γουόρεν Μπίτι, η Τζέιν Φόντα ήταν άνθρωποι που πέρασαν από τις αίθουσες διδασκαλίας και τα εργαστήριά του.
Και ο Βουτσινάς δεν κουραζόταν ποτέ να θυμάται πως τους είχε ανακαλύψει προτού γίνουν αστέρες.

Ο άνθρωπος πίσω από τη Τζέιν Φόντα
Από όλες τις σχέσεις της καριέρας του, εκείνη με τη Τζέιν Φόντα έμελλε να αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις.
Την καθοδήγησε στα πρώτα της βήματα, την εκπαίδευσε, τη σκηνοθέτησε και παρέμεινε ένας από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή της για πολλά χρόνια.
Το 1968 τη συνόδευσε στο Παρίσι για τα γυρίσματα της θρυλικής «Μπαρμπαρέλα». Εκεί αποφάσισε να ριζώσει στη γαλλική πρωτεύουσα και να δημιουργήσει το δικό του καλλιτεχνικό σύμπαν.

Το Παρίσι και το «Θέατρο των Πενήντα»
Στη γαλλική πρωτεύουσα ίδρυσε το περίφημο «Θέατρο των Πενήντα», ένα καλλιτεχνικό εργαστήριο που επιχορηγούνταν από το γαλλικό Υπουργείο Πολιτισμού.
Το Παρίσι τον λάτρεψε.
Σκηνοθέτησε στην Κομεντί Φρανσέζ, συνεργάστηκε με τη Φανί Αρντάν, τον Πιερ Βανέκ, την Ειρήνη Παππά και βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής σκηνής που αναζητούσε νέες μορφές έκφρασης.
Οι παραστάσεις του ξεχώριζαν για τον δυναμισμό, την τόλμη και την ιδιαίτερη αισθητική τους. Δεν τον ενδιέφερε η πιστή αναπαραγωγή ενός κλασικού έργου. Ήθελε να το ανατρέψει, να το φέρει στο σήμερα, να το κάνει να μιλά ξανά.

Η μεγάλη επιστροφή στην Ελλάδα
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 αποφάσισε να επιστρέψει οριστικά στην Ελλάδα.
Το ελληνικό θέατρο δεν ήταν έτοιμο για εκείνον.
Ο Βουτσινάς έφερε μαζί του αέρα Νέας Υόρκης, Παρισιού και Λονδίνου. Οι σκηνοθεσίες του έμοιαζαν με εκρήξεις φαντασίας σε μια εποχή που το ελληνικό θέατρο παρέμενε αρκετά συντηρητικό.
Κάθε νέα του παράσταση γινόταν αφορμή για συζητήσεις, ενθουσιασμό αλλά και έντονες αντιδράσεις.
Οι θαυμαστές του μιλούσαν για ιδιοφυΐα.
Οι επικριτές του για υπερβολή.
Ο ίδιος απολάμβανε και τις δύο πλευρές.

Η Επίδαυρος και οι μεγάλες συγκρούσεις
Η σχέση του με το αρχαίο δράμα υπήρξε ιδιαίτερη.
Το 1982 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Επίδαυρο με την «Ελένη» του Ευριπίδη και από τότε συνδέθηκε με τις πιο πολυσυζητημένες παραστάσεις του Φεστιβάλ.
Δεν δίσταζε να συγκρουστεί με παραδόσεις δεκαετιών.
Δεν φοβόταν τις αποδοκιμασίες.
Αντίθετα, πίστευε πως το θέατρο οφείλει να προκαλεί, να ενοχλεί και να γεννά ερωτήματα.

Ο άνθρωπος που λάτρευε τις ιστορίες
Όσοι τον γνώρισαν μιλούν για έναν ακαταμάχητο αφηγητή.
Σε κάθε παρέα γινόταν αυτόματα το κέντρο της προσοχής.
Μιλούσε ακατάπαυστα για τη ζωή του στο Actors Studio, για τη Φόντα, τον Καζάν, τον Ντε Νίρο, τον Πατσίνο, τη Μελίνα Μερκούρη.
Κάποιοι αναρωτιούνταν πού τελείωνε η πραγματικότητα και πού άρχιζε ο μύθος.
Αλλά ίσως αυτό να ήταν το πιο γοητευτικό στοιχείο του.
Ο ίδιος είχε μετατρέψει τη ζωή του σε μια ατέλειωτη θεατρική αφήγηση.

Ο τελευταίος αποχαιρετισμός
Ο Ανδρέας Βουτσινάς έφυγε από τη ζωή στις 8 Ιουνίου 2010, αφήνοντας πίσω του δεκάδες παραστάσεις, εκατοντάδες μαθητές και ένα τεράστιο καλλιτεχνικό αποτύπωμα.
Ακόμη και η τελευταία του επιθυμία είχε κάτι το θεατρικό.
Ζήτησε να αποτεφρωθεί και οι στάχτες του να σκορπιστούν στην Επίδαυρο.
Έναν τόπο που τον σημάδεψε όσο λίγοι.
Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, ανήμερα των γενεθλίων του, φίλοι, συνεργάτες και ο γιος του εκπλήρωσαν την επιθυμία του.
Οι στάχτες του σκορπίστηκαν στο αρχαίο θέατρο.
Σαν μια τελευταία υπόκλιση ενός ανθρώπου που έζησε ολόκληρη τη ζωή του πάνω και γύρω από τη σκηνή.

Η κληρονομιά ενός ανυπότακτου δημιουργού
Ο Ανδρέας Βουτσινάς δεν άφησε πίσω του μόνο παραστάσεις.
Άφησε έναν τρόπο σκέψης.
Μια υπενθύμιση ότι η τέχνη δεν οφείλει να είναι ασφαλής, βολική ή προβλέψιμη.
Ο ίδιος επέλεξε να είναι μέχρι το τέλος ανήσυχος, απρόβλεπτος και ελεύθερος.
Και ίσως γι’ αυτό παραμένει, δεκαετίες μετά την ακμή του, μια από τις πιο συναρπαστικές και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες που γνώρισε ποτέ το ελληνικό θέατρο.


