Τουλάχιστον δύο μήνες θα χρειαστεί η αποναρκοθέτηση – Ποιός αναλαμβάνει το κόστος;
Η συμφωνία ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ μπορεί να θεωρείται πλέον σχεδόν δεδομένη, όμως η επιστροφή στην κανονικότητα φαίνεται πως θα καθυστερήσει πολύ περισσότερο από όσο περίμεναν οι αγορές.
Ο λόγος δεν είναι πλέον οι πολιτικές διαπραγματεύσεις, αλλά η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας. Σύμφωνα με πηγές της ναυτιλιακής βιομηχανίας και ειδικούς στη θαλάσσια ασφάλεια, η επιχείρηση εντοπισμού και εξουδετέρωσης πιθανών ναρκών στα Στενά μπορεί να διαρκέσει από 40 έως και 50 ημέρες.
Μέχρι τότε, πολλές ασφαλιστικές εταιρείες, διαχειριστές στόλων και πετρελαϊκοί κολοσσοί εμφανίζονται απρόθυμοι να στείλουν τα πλοία τους σε ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του πλανήτη.
Η μεγαλύτερη πρόκληση μετά τη συμφωνία
Παρότι Ουάσιγκτον και Τεχεράνη ανακοίνωσαν ότι κατέληξαν σε πλαίσιο ειρήνευσης που προβλέπει το άνοιγμα των Στενών και τον τερματισμό του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, η πραγματικότητα στη θάλασσα παραμένει πιο σύνθετη.
Οι ΗΠΑ έχουν αναγνωρίσει δημόσια τον κίνδυνο ναρκοθέτησης, ενώ αμερικανικές και συμμαχικές δυνάμεις πραγματοποιούν ήδη επιχειρήσεις εντοπισμού πιθανών εκρηκτικών μηχανισμών. Παράλληλα, το γερμανικό ναυτικό έχει αναφερθεί σε πληροφορίες για ύποπτες περιοχές γύρω από το Ορμούζ, χωρίς όμως να έχει επιβεβαιωθεί επισήμως ο ακριβής αριθμός ή η θέση των ναρκών.
Η αβεβαιότητα αυτή αρκεί για να κρατήσει τις περισσότερες ναυτιλιακές εταιρείες σε στάση αναμονής.
Τα πλοία επιστρέφουν με αργούς ρυθμούς
Πριν από το ξέσπασμα της σύγκρουσης, από τα Στενά του Ορμούζ διέρχονταν καθημερινά 120 έως 140 πλοία. Σήμερα, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, η κίνηση παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη, με μόλις 12 έως 15 πλοία να διασχίζουν καθημερινά την περιοχή.
Παρά τις διαβεβαιώσεις ότι ορισμένα δεξαμενόπλοια πέρασαν με τη σιωπηρή ανοχή τόσο της Ουάσιγκτον όσο και της Τεχεράνης κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, η πλήρης επανεκκίνηση της ναυσιπλοΐας απέχει ακόμη αρκετές εβδομάδες.
Για τις αγορές ενέργειας, κάθε ημέρα καθυστέρησης έχει ιδιαίτερη σημασία. Από το Ορμούζ περνούσε πριν από τον πόλεμο περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και LNG, γεγονός που καθιστά το πέρασμα ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια οικονομία.
Το νέο στοιχείο: Διόδια για τη διέλευση
Την ίδια στιγμή, ένα δεύτερο ζήτημα έχει αρχίσει να προκαλεί αντιδράσεις.
Ιρανικά μέσα ενημέρωσης, μεταξύ αυτών και το πρακτορείο Fars, υποστηρίζουν ότι η τελική εκδοχή της συμφωνίας περιλαμβάνει πρόβλεψη για την καταβολή τελών ναυτιλιακών υπηρεσιών από τα πλοία που θα διέρχονται από τα Στενά.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η συγκεκριμένη αναφορά προστέθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή στις διαπραγματεύσεις και συνδέεται με την αναγνώριση του ιδιαίτερου ρόλου που διαδραματίζουν το Ιράν και το Ομάν στη διαχείριση του περάσματος.
Αν και δεν έχουν ακόμη ανακοινωθεί λεπτομέρειες για το ύψος ή τον τρόπο επιβολής των χρεώσεων, η συζήτηση έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στη Δύση.
Οι ευρωπαϊκές αντιδράσεις
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν προειδοποίησε ότι η επιβολή διοδίων θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα επικίνδυνο προηγούμενο για άλλα στρατηγικά θαλάσσια περάσματα του κόσμου.
Όπως σημείωσε, οποιαδήποτε επιβάρυνση στη διέλευση πλοίων από το Ορμούζ είναι πιθανό να μετακυλιστεί στο κόστος μεταφοράς, επηρεάζοντας τελικά τις τιμές της ενέργειας και των εμπορευμάτων διεθνώς.
Παράλληλα, εξέφρασε επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητα ενός τέτοιου συστήματος με τις αρχές της ελεύθερης ναυσιπλοΐας που προβλέπει το διεθνές δίκαιο.
Τι μέλλει γενέσθαι
Με τα παραρτήματα της συμφωνίας να αναμένεται να υπογραφούν τις επόμενες ημέρες στη Γενεύη, όλα δείχνουν ότι η πολιτική κρίση βαίνει προς αποκλιμάκωση.
Ωστόσο, η πραγματική δοκιμασία αρχίζει τώρα. Οι επιχειρήσεις αποναρκοθέτησης, οι εγγυήσεις ασφαλείας προς τις ναυτιλιακές εταιρείες και η τελική μορφή του καθεστώτος διέλευσης θα καθορίσουν το πότε το Ορμούζ θα επιστρέψει στην πλήρη λειτουργία του.
Σύμφωνα με πληροφορίες από τον χώρο της ναυτιλίας και της άμυνας, τον κύριο ρόλο στις επιχειρήσεις εντοπισμού και εξουδετέρωσης ναρκών αναλαμβάνουν οι αμερικανικές δυνάμεις που ήδη επιχειρούν στην περιοχή, με τη συνδρομή ευρωπαϊκών χωρών που διαθέτουν εξειδικευμένα ναρκαλιευτικά μέσα.
Αν και δεν έχουν δημοσιοποιηθεί λεπτομέρειες για τον ακριβή συντονισμό της επιχείρησης, εκτιμάται ότι θα συμμετάσχουν επίσης συμμαχικές ναυτικές δυνάμεις από τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Στόχος είναι η δημιουργία ασφαλών θαλάσσιων διαδρόμων που θα επιτρέψουν την επιστροφή των δεξαμενόπλοιων και των εμπορικών πλοίων στην περιοχή.
Πηγές της ναυτιλιακής βιομηχανίας σημειώνουν ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες δύσκολα θα δώσουν το «πράσινο φως» για πλήρη επανέναρξη των δρομολογίων εάν δεν υπάρξει διεθνής πιστοποίηση ότι οι διάδρομοι διέλευσης είναι απαλλαγμένοι από νάρκες.
Μέχρι τότε, η σημαντικότερη ενεργειακή αρτηρία του πλανήτη παραμένει ανοιχτή στα χαρτιά, αλλά όχι ακόμη στην πράξη.

