Η δημόσια διαβούλευση δεν είναι ένα κουτάκι που πρέπει να τσεκάρει η Πολιτεία πριν στείλει ένα νομοσχέδιο στη Βουλή. Δεν είναι τυπική υποχρέωση ούτε δημοκρατικό άλλοθι. Είναι το σημείο όπου ένα σχέδιο νόμου συναντά την πραγματική ζωή. Και εκεί φαίνεται αν μια ρύθμιση μπορεί πράγματι να εφαρμοστεί ή αν θα μείνει ωραία διατυπωμένη στο χαρτί.
Αυτές τις ημέρες βρίσκεται σε εξέλιξη η διαβούλευση για ένα νομοσχέδιο που αγγίζει κρίσιμες πλευρές της ζωής των ανάπηρων ανθρώπων και αφορά τον Προσωπικό Βοηθό, την Εθνική Πύλη Αναπηρίας, την Κάρτα Αναπηρίας και άλλα παρόμοια ζητήματα. Δηλαδή ρυθμίσεις που δεν θα κριθούν από τους τίτλους τους, αλλά από το αν θα λειτουργήσουν στην πράξη.
Ας πάρουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα… την ψηφιακή πιστοποίηση της αναπηρίας. Η ψηφιοποίηση είναι απαραίτητη. Μπορεί να μειώσει την ταλαιπωρία, να περιορίσει τη γραφειοκρατία και να κάνει το κράτος πιο λειτουργικό. Όμως το κρίσιμο ερώτημα που παραμένει είναι το τι γίνεται με τους ανθρώπους που έχουν σε ισχύ παλαιότερες πιστοποιήσεις αναπηρίας από ΑΣΥΕ, ΑΑΥΕ, ΑΝΥΕ, Ελληνική Αστυνομία, Πυροσβεστικό Σώμα ή ακόμη και παλιές νομαρχιακές επιτροπές. Αν αυτές οι πιστοποιήσεις δεν έχουν ψηφιοποιηθεί, ο άνθρωπος θα θεωρηθεί αόρατος για το σύστημα;
Εδώ ακριβώς φαίνεται η αξία της διαβούλευσης. Γιατί ο νομοθέτης μπορεί να σκέφτεται σωστά σε επίπεδο αρχής, αλλά να του ξεφύγει η πραγματικότητα της εφαρμογής. Και στην αναπηρία, η λεπτομέρεια δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι το σημείο όπου ένα δικαίωμα είτε ασκείται είτε ακυρώνεται.
Το ίδιο ισχύει και για τον Προσωπικό Βοηθό. Άλλο είναι να σχεδιάζεις ένα μέτρο από την Αθήνα και άλλο να το εφαρμόζεις σε ένα μικρό νησί, σε μια ορεινή κοινότητα ή σε έναν τόπο όπου δεν υπάρχει διαθέσιμος επαγγελματίας. Αν δεν ληφθεί υπόψη η γεωγραφία, τότε το μέτρο μπορεί να φαίνεται καθολικό, αλλά στην πράξη να αφορά κυρίως όσους ζουν σε μεγάλα αστικά κέντρα. Αυτό δεν είναι ισότητα. Είναι δικαίωμα με ταχυδρομικό κώδικα.
Ακόμη και η σειρά προτεραιότητας έχει σημασία. Αν υπήρχαν άνθρωποι που κρίθηκαν επιλέξιμοι αλλά δεν έλαβαν τελικά υπηρεσία, δεν μπορεί το σύστημα να τους αντιμετωπίζει σαν να ξεκινούν από το μηδέν. Η Πολιτεία οφείλει να αναγνωρίζει τη συνέχεια, όχι να παράγει κάθε φορά νέα αφετηρία και νέα αδικία.
Γι’ αυτό η διαβούλευση πρέπει να γίνεται σοβαρά. Με επαρκή χρόνο, προσβάσιμη μορφή, καθαρή γλώσσα και πραγματική αξιολόγηση των παρατηρήσεων. Δεν αρκεί να ανοίξει μια πλατφόρμα και να συγκεντρωθούν σχόλια. Το κρίσιμο είναι αν αυτά τα σχόλια διαβάζονται, αν απαντώνται και αν, όπου έχουν βάση, ενσωματώνονται.
Η δημοκρατία δεν φοβάται τη διόρθωση. Τη χρειάζεται. Ένας νόμος που αλλάζει μέσα από τη διαβούλευση δεν είναι πιο αδύναμος. Είναι πιο ώριμος. Ιδίως στα ζητήματα αναπηρίας, η συμμετοχή των ίδιων των ανάπηρων ανθρώπων δεν είναι ευγένεια. Είναι θεσμική υποχρέωση και πρακτική αναγκαιότητα.
Και φτάνουμε στο ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε… θέλουμε νόμους που φαίνονται σωστοί ή νόμους που δουλεύουν; Αν θέλουμε το δεύτερο, τότε η διαβούλευση πρέπει να πάψει να γίνεται για τα μάτια του κόσμου. Πρέπει να γίνει εργαλείο πραγματικής νομοθέτησης. Γιατί οι ζωές των ανθρώπων δεν είναι πιλοτικό πρόγραμμα.

