Δηλώνει ότι επιστρέφει από τη Βρετανία η 46χρονη που αναζητείται
Νέα δεδομένα φέρνει στο φως η έρευνα για τη φονική εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin τον Μάιο του 2010, από την οποία έχασαν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι. Μετά τη σύλληψη δύο 42χρονων, η Ελληνική Αστυνομία υποστηρίζει πλέον ότι η επίθεση δεν αποτέλεσε αυθόρμητη ενέργεια, αλλά μέρος ενός οργανωμένου επιχειρησιακού σχεδίου, στο οποίο εκτιμάται ότι συμμετείχαν συνολικά δώδεκα άτομα.
Την ίδια ώρα, η 46χρονη σε βάρος της οποίας έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης, βρίσκεται στη Μεγάλη Βρετανία, όμως, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει ενημερώσει τις ελληνικές αρχές ότι προτίθεται να επιστρέψει οικειοθελώς στην Ελλάδα, προκειμένου να παρουσιαστεί ενώπιον της Δικαιοσύνης. Μέσω της υπεράσπισής της αρνείται κάθε εμπλοκή στην υπόθεση.
Η εκτίμηση της ΕΛ.ΑΣ.: «Υπήρχε επιχειρησιακός σχεδιασμός»
Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση της Ελληνικής Αστυνομίας, οι δράστες φέρονται να είχαν διακριτούς ρόλους πριν και κατά τη διάρκεια της επίθεσης.
Η εκτίμηση των ερευνητών είναι ότι οι συμμετέχοντες είχαν χωριστεί σε δύο ομάδες: η πρώτη φέρεται να πραγματοποίησε την επίθεση στο τραπεζικό κατάστημα, σπάζοντας τη βιτρίνα και εκτοξεύοντας εύφλεκτα υλικά και βόμβες μολότοφ στο εσωτερικό, ενώ η δεύτερη παρείχε υποστήριξη, συντονισμό και κάλυψη, ώστε να διευκολυνθεί η διαφυγή των φυσικών αυτουργών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν μέρος της δικογραφίας και θα αξιολογηθούν από τις δικαστικές αρχές κατά την εξέλιξη της υπόθεσης.
Πώς «έδεσε» η έρευνα μετά από 16 χρόνια
Καθοριστικό ρόλο στην πρόοδο της έρευνας φαίνεται πως έπαιξαν οι σύγχρονες ψηφιακές τεχνικές που αξιοποίησε η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών και η Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας.
Η ΕΛ.ΑΣ. ανακοίνωσε ότι κατάφερε να αποκαταστήσει και να αναλύσει εκ νέου το βιντεοληπτικό υλικό από το σύστημα ασφαλείας της τράπεζας, προσδιορίζοντας με μεγαλύτερη ακρίβεια τη χρονική ακολουθία των γεγονότων.
Παράλληλα, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, αξιοποιήθηκε υλικό που είχε κατασχεθεί το 2020 σε άλλη έρευνα της Αντιτρομοκρατικής για υπόθεση εκρηκτικών. Μεταξύ των στοιχείων υπήρχαν φωτογραφίες του 2009, στις οποίες εμφανίζονταν οι τρεις σημερινοί κατηγορούμενοι μαζί με άτομο που είχε απασχολήσει τότε τις Αρχές.
Το υλικό αυτό συγκρίθηκε με νέο βίντεο από την επίθεση, το οποίο είχε αποσταλεί στις Αρχές μέσω ανώνυμου ηλεκτρονικού μηνύματος, με αποτέλεσμα –σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ.– να προκύψουν οι ενδείξεις που οδήγησαν στην έκδοση των τριών ενταλμάτων σύλληψης.
Η κυβέρνηση: «Η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στο στάδιο των ενδείξεων»
Ο υφυπουργός Δικαιοσύνης, Ιωάννης Μπουγάς, υπογράμμισε ότι η υπόθεση παραμένει στο στάδιο της ανάκρισης, επισημαίνοντας πως ένα ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα δεν αρκεί από μόνο του για την παραπομπή κάποιου σε δίκη.
Όπως ανέφερε, το αποδεικτικό υλικό αξιολογείται από την ανακρίτρια, η οποία θα κρίνει εάν οι υπάρχουσες ενδείξεις ενισχύονται επαρκώς ώστε να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία και να οδηγηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο.
Οι κατηγορούμενοι αρνούνται κάθε εμπλοκή
Οι δύο 42χρονοι, που συνελήφθησαν την Παρασκευή σε Άνω Λιόσια και Κυψέλη, οδηγήθηκαν ενώπιον της ανακρίτριας και έλαβαν προθεσμία να απολογηθούν την ερχόμενη Τρίτη.
Σύμφωνα με τους συνηγόρους τους, αρνούνται τις κατηγορίες που τους αποδίδονται.
Παράλληλα, η συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων εξέφρασε επιφυλάξεις για τον τρόπο αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών στην ταυτοποίηση προσώπων, υποστηρίζοντας ότι τα σχετικά ευρήματα θα πρέπει να αξιολογηθούν με ιδιαίτερη προσοχή κατά τη δικαστική διαδικασία.
Η τραγωδία που σημάδεψε τη χώρα
Η επίθεση στη Marfin στις 5 Μαΐου 2010 αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Από την εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα της τράπεζας στο κέντρο της Αθήνας έχασαν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι, ανάμεσά τους μία έγκυος γυναίκα, ενώ δεκάδες ακόμη άνθρωποι κινδύνευσαν μέσα στο φλεγόμενο κτίριο.
Δεκαέξι χρόνια μετά, οι δικαστικές και αστυνομικές αρχές επιχειρούν να ρίξουν φως στην υπόθεση, η οποία παραμένει ανοιχτή και βρίσκεται πλέον σε κρίσιμο ανακριτικό στάδιο.

