Η σημερινή σύνθεση της ελληνικής Βουλής αποτυπώνει μια πρωτοφανή πολιτική δυσλειτουργία. Τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο (25 Ιουλίου 2026), ο επίσημος κατάλογος της Βουλής καταγράφει 52 ανεξάρτητους βουλευτές -το 17,3% της εθνικής αντιπροσωπείας-, ενώ η Νέα Δημοκρατία διαθέτει 156 έδρες και το ΠΑΣΟΚ, η μεγαλύτερη θεσμικά οργανωμένη δύναμη της αντιπολίτευσης, μόλις 32. Οι ανεξάρτητοι αποτελούν, επομένως, αριθμητικά τη δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη του Κοινοβουλίου, χωρίς όμως να συνιστούν κόμμα, κοινοβουλευτική ομάδα ή ενιαία πολιτική πρόταση. Ο αριθμός αυτός αλλάζει από μέρα σε μέρα.
- του Αθανάσιου Θ. Κοσμόπουλου, Επιχειρησιακός Συντονιστής Παρατηρητήριο Ανάλυσης Υβριδικών Απειλών Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης
Το φαινόμενο δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως απλή κοινοβουλευτική παραδοξότητα. Αποτελεί ορατό σύμπτωμα ενδεχόμενης παρακμής της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και, κυρίως, του εκφυλισμού του κομματικού συστήματος που καλείται να την υποστηρίξει.
Ασφαλώς, η ανεξαρτητοποίηση ενός βουλευτή είναι απολύτως νόμιμη και συνταγματικά προστατευμένη. Το άρθρο 60 του Συντάγματος ορίζει ότι οι βουλευτές διαθέτουν απεριόριστο δικαίωμα γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση. Ο βουλευτής δεν είναι ιδιοκτησία του κόμματος, ούτε δεσμεύεται από «επιτακτική εντολή». Εκπροσωπεί το Έθνος και οφείλει, όταν προκύπτει σοβαρή σύγκρουση αρχών, να μπορεί να διαφοροποιείται από την κομματική ηγεσία.
Άλλο, όμως, η μεμονωμένη πράξη συνείδησης και άλλο η μαζική αποσύνθεση των κοινοβουλευτικών ομάδων. Όταν περισσότεροι από ένας στους έξι βουλευτές εγκαταλείπουν ή διαγράφονται από το κόμμα με το οποίο εξελέγησαν, δεν έχουμε απλώς άσκηση συνταγματικής ελευθερίας. Έχουμε κατάρρευση των δεσμών αντιπροσώπευσης που διαμορφώθηκαν στις εκλογές.
Οι πολίτες δεν ψηφίζουν μόνο πρόσωπα. Επιλέγουν κόμματα, προγράμματα, αρχηγούς και συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις. Η σύνθεση της Βουλής του Ιουνίου 2023 αντιστοιχούσε σε μια ορισμένη λαϊκή ετυμηγορία. Τρία χρόνια αργότερα, η εικόνα αυτή έχει αλλοιωθεί δραματικά, χωρίς να έχει μεσολαβήσει εκλογική διαδικασία. Κόμματα έχουν συρρικνωθεί ή διαλυθεί, νέοι πολιτικοί σχηματισμοί προαναγγέλλονται μέσα από τα βουλευτικά έδρανα και δεκάδες αντιπρόσωποι αναζητούν νέα πολιτική στέγη. Η Βουλή παύει έτσι να αποτελεί καθαρή αντανάκλαση της εκφρασμένης λαϊκής βούλησης και μετατρέπεται σε χώρο διαρκούς αναδιάταξης προσωπικών στρατηγικών.
Η ευθύνη βαραίνει πρώτα τα ίδια τα κόμματα. Πολλά επέλεξαν υποψηφίους κυρίως με κριτήρια αναγνωρισιμότητας, τηλεοπτικής παρουσίας, εκλογικής πελατείας ή προσωπικής επιρροής, χωρίς να εξασφαλίζουν στοιχειώδη πολιτική, ιδεολογική και προγραμματική συνοχή. Όταν η επιλογή προσωπικού γίνεται ευκαιριακά, η διάλυση της κοινοβουλευτικής ομάδας δεν αποτελεί ατύχημα αλλά αναμενόμενο αποτέλεσμα.
Παράλληλα, η υπερσυγκέντρωση της εξουσίας στις κομματικές ηγεσίες έχει καταστήσει τις κοινοβουλευτικές ομάδες μηχανισμούς επικύρωσης ειλημμένων αποφάσεων. Οι βουλευτές καλούνται συνήθως να πειθαρχούν, όχι να συνδιαμορφώνουν πολιτική. Όταν η εσωκομματική δημοκρατία ατροφεί, η πολιτική διαφωνία δεν εκφράζεται μέσα από θεσμοθετημένες διαδικασίες αλλά καταλήγει είτε σε διαγραφή είτε σε αποχώρηση. Η μαζική ανεξαρτητοποίηση αποτελεί, επομένως, και αντίδραση στον αρχηγικό, προσωποπαγή χαρακτήρα των ελληνικών κομμάτων.
Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν είναι περισσότερη δημοκρατία. Οι 52 ανεξάρτητοι δεν διαθέτουν κοινό πρόγραμμα, συλλογικά όργανα, δημόσια λογοδοσία ή ενιαία εντολή. Δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως συγκροτημένη αντιπολίτευση, μολονότι αριθμητικά υπερβαίνουν κάθε κόμμα, πλην της κυβερνητικής παράταξης. Ο Κανονισμός της Βουλής οργανώνει μεγάλο μέρος του νομοθετικού έργου, του χρόνου ομιλίας, της συμμετοχής στις επιτροπές και του κοινοβουλευτικού ελέγχου γύρω από τις αναγνωρισμένες κοινοβουλευτικές ομάδες. Η αριθμητική δύναμη των ανεξαρτήτων, συνεπώς, δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη θεσμική δυνατότητα ελέγχου.
Δημιουργείται έτσι ένα επικίνδυνο διπλό κενό: μια ισχυρή κοινοβουλευτικά κυβέρνηση αντιμετωπίζει μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση, ενώ ένα μεγάλο τμήμα της Βουλής στερείται συλλογικής πολιτικής υπόστασης. Η κυβέρνηση ελέγχεται ασθενέστερα, η κοινοβουλευτική συζήτηση χάνει συνοχή και οι πολίτες δυσκολεύονται να αποδώσουν πολιτική ευθύνη. Ποιον ακριβώς ελέγχει ο ψηφοφόρος στις επόμενες εκλογές, όταν ο αντιπρόσωπός του εξελέγη με ένα κόμμα, αποχώρησε από αυτό και ενδεχομένως προσχώρησε σε έναν σχηματισμό που δεν υπήρχε όταν δόθηκε η ψήφος;
Η λύση δεν είναι να αφαιρεθεί από τον βουλευτή η συνταγματική του ελευθερία ούτε να παραδίδεται αυτομάτως η έδρα στο κόμμα. Μια τέτοια ρύθμιση θα μετέτρεπε οριστικά τους βουλευτές σε υπαλλήλους των αρχηγών. Απαιτούνται, όμως, ουσιαστική εσωκομματική δημοκρατία, σοβαρότερη επιλογή υποψηφίων, καθαρότερες προγραμματικές δεσμεύσεις και αυξημένη πολιτική λογοδοσία για όσους μετακινούνται.
Οι 52 ανεξάρτητοι δεν αποτελούν την αιτία της κρίσης. Αποτελούν τον καθρέφτη της. Φανερώνουν κόμματα χωρίς βαθιές κοινωνικές ρίζες, κοινοβουλευτικές ομάδες χωρίς εσωτερική συνοχή και πολιτικές διαδρομές χωρίς σταθερές δεσμεύσεις. Όταν η δεύτερη αριθμητικά δύναμη της Βουλής δεν έχει κοινή ταυτότητα, πρόγραμμα ή εντολή, η κοινοβουλευτική δημοκρατία εξακολουθεί να λειτουργεί μεν τυπικά, αλλά η ουσία της αντιπροσώπευσης έχει ήδη αρχίσει να αποσυντίθεται, που με την σειρά της επηρεάζει την εμπιστοσύνη του πολίτη στο κοινοβουλευτικό σύστημα, γεγονός που αποτελεί την κύρια αφετηρία για την εκδήλωση ενεργειών από εξωτερικούς κακόβουλους υβριδικά δρώντες.

