Ο πληθωρισμός επιστρέφει στο επίκεντρο της οικονομικής ανησυχίας, καθώς η ακρίβεια στην ενέργεια επιβαρύνει την καθημερινότητα των νοικοκυριών και τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Σεπτέμβριο, με ετήσια αύξηση του εθνικού ΔΤΚ κατά 5% και μηνιαία κατά 2,1%, δείχνουν ότι η πίεση παραμένει ισχυρή. Για την αγορά, το ουσιαστικό ερώτημα είναι πόσο διαθέσιμο εισόδημα απομένει μετά την κάλυψη των βασικών αναγκών.
- του Βασίλη Κορκίδη, Πρόεδρος ΕΒΕΠ
Η ευρωπαϊκή σύγκριση ενισχύει τον προβληματισμό, αφού το 2,5% οφείλεται στο ενεργειακό κόστος του εναρμονισμένου πληθωρισμού 5,1% στην Ελλάδα, έναντι 3,8% για την Ευρωζώνη. Η απόσταση της 1,3 ποσοστιαίας μονάδας καταδεικνύει εντονότερη πίεση στη χώρα μας. Χρειάζεται, πάντως, συνέπεια στις συγκρίσεις, ενώ μεγάλο βάρος συγκεντρώνεται σε δαπάνες που δύσκολα περιορίζονται. Η ομάδα στέγασης αυξήθηκε κατά 14,7% και οι μεταφορές κατά 11,3%. Το ποσοστό της στέγασης περιλαμβάνει και την ενέργεια, χωρίς να αφορά αποκλειστικά τα ενοίκια, τα οποία αυξήθηκαν κατά 5,9%. Ο ηλεκτρισμός κατέγραψε άνοδο 15%. Όταν κατοικία, ρεύμα και μετακίνηση απορροφούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος, οι υπόλοιπες αγορές περιορίζονται.
Στα τρόφιμα, η ετήσια αύξηση 0,6% της ομάδας διατροφής και μη αλκοολούχων ποτών χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση. Οι αυξήσεις σε κρέατα, ψωμί, τυριά, αυγά και λαχανικά αντισταθμίζονται εν μέρει από μειώσεις άλλων προϊόντων, όπως το ελαιόλαδο και τα φρούτα. Ο μέσος όρος, επομένως, δεν περιγράφει με την ίδια ακρίβεια κάθε οικογενειακό καλάθι. Ούτε η χαμηλότερη αύξηση συνεπάγεται επιστροφή των τιμών στα επίπεδα προηγούμενων ετών. Οι ενδείξεις για τους επόμενους μήνες απαιτούν εγρήγορση για τα γαλακτοκομικά, αρτοσκευάσματα και δημητριακά που δείχνουν κίνδυνο επιλεκτικών ανατιμήσεων. Η ενέργεια, οι μεταφορές, η συσκευασία και η διαθεσιμότητα αγροτικών πρώτων υλών δημιουργούν πιέσεις που μπορεί να μεταφερθούν σταδιακά στο ράφι.
Η σημασία των τροφίμων για τον συνολικό δείκτη είναι μεγάλη. Με στάθμιση περίπου 21% στον εθνικό ΔΤΚ, μία επιπλέον ποσοστιαία μονάδα στον πληθωρισμό της συγκεκριμένης ομάδας αντιστοιχεί προσεγγιστικά σε 0,20 μονάδες στον γενικό πληθωρισμό, εφόσον όλα τα υπόλοιπα παραμένουν σταθερά. Πρόκειται για ενδεικτικό υπολογισμό που όμως εξηγεί γιατί ακόμη και περιορισμένη επιτάχυνση στα τρόφιμα έχει αισθητό αποτέλεσμα.
Το πετρέλαιο θέρμανσης αποτελεί τον επόμενο κρίσιμο παράγοντα. Ο κυβερνητικός στόχος για μία προσιτή τιμή εκκίνησης, μέσω συνδυασμένης παρέμβασης κράτους και διυλιστηρίων, είναι σημαντικός για ολόκληρο τον χειμώνα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της περσινής κατανάλωσης, 1,05 δισ. λίτρων με ενδεικτική τιμή 1,75 ευρώ το λίτρο θα κοστίσει φέτος 1,84 δισ. ευρώ, από περίπου 1,2 δισ. ευρώ πέρυσι. Η τελική επιβάρυνση θα εξαρτηθεί από τις διεθνείς τιμές, την ισοτιμία, τα περιθώρια διύλισης και εμπορίας καθώς και από το ύψος και τη διάρκεια της στήριξης.
Για τα νοικοκυριά, κάθε επιπλέον αύξηση στο λίτρο σημαίνει περισσότερα ευρώ. Ένας ψυχρότερος χειμώνας αυξάνει περαιτέρω τη δαπάνη μέσω μεγαλύτερης κατανάλωσης. Για τον πληθωρισμό, όμως, μετράνε η μεταβολή της τιμής έναντι του αντίστοιχου περσινού μήνα και η στάθμιση του προϊόντος. Η επιβάρυνση δεν προστίθεται σωρευτικά κάθε μήνα ούτε μπορεί να προστεθεί ολόκληρη πάνω στο σημερινό 5% του πληθωρισμού, που ήδη ενσωματώνει ενεργειακές ανατιμήσεις.
Εξίσου απαραίτητη είναι η διάκριση μεταξύ επιδότησης της τιμής και αύξησης του επιδόματος θέρμανσης. Η πρώτη, εφόσον μετακυλίεται πλήρως στον καταναλωτή, περιορίζει την καταγραφόμενη τιμή αγοράς. Το δεύτερο ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα των δικαιούχων, χωρίς να μειώνει με τον ίδιο τρόπο τον δείκτη τιμών. Χρειαζόμαστε μια αποτελεσματική συγκράτηση του κόστους και δίκαιη στόχευση της βοήθειας, ανάλογα με εισόδημα, γεωγραφία και πραγματικές ανάγκες.
Για το φθινόπωρο και τον χειμώνα υπάρχουν μόνο σενάρια αντί βεβαιοτήτων, αφού μια υποχώρηση των τιμών θα επέτρεπε ταχύτερη αποκλιμάκωση. Όμως η μέχρι σήμερα σταθερά ακριβή ενέργεια παραπέμπει σε επίμονες πιέσεις και αργή βελτίωση. Η ΕΚΤ τοποθετεί πιθανή κορύφωση του πληθωρισμού της Ευρωζώνης προς το τέλος του 2026, χωρίς αυτό να αποτελεί ειδική μηνιαία πρόβλεψη για την Ελλάδα.
Η εξέλιξη της ενέργειας και η μετακύλιση του κόστους παραμένουν κρίσιμες αβεβαιότητες. Για τις ΜμΕ, η πίεση είναι διπλή, τόσο από το αυξημένο λειτουργικό κόστος όσο και από τους πελάτες με μικρότερη αγοραστική δύναμη. Περισσότερες ονομαστικές εισπράξεις δεν συνεπάγονται περισσότερες πωλήσεις σε ποσότητα ούτε μεγαλύτερα κέρδη. Ως ΕΒΕΠ, αναμένουμε πρόσθετα μέτρα ενεργειακής ανακούφισης, αφού τον φετινό χειμώνα το ζητούμενο είναι να προστατευθούν ταυτόχρονα το οικογενειακό εισόδημα και η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

