Η Ελλάδα χρειάζεται ανθρώπους που σχεδιάζουν, κατασκευάζουν, εγκαθιστούν, επισκευάζουν και συντηρούν. Χρειάζεται ηλεκτρολόγους, συγκολλητές, ψυκτικούς, μηχανουργούς, τεχνικούς αυτοματισμών και εξειδικευμένους εργαζομένους στη βιομηχανία και τη ναυπηγοεπισκευή. Κάθε επένδυση, από την ενεργειακή αναβάθμιση ενός κτιρίου μέχρι τον εκσυγχρονισμό ενός πλοίου, προϋποθέτει τεχνική γνώση. Ωστόσο, η ανάγκη αυτή δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αντίστοιχη προσέλκυση νέων. Ανάμεσα στις ευκαιρίες της παραγωγής και στις επιλογές της νέας γενιάς παραμένει μια απόσταση που οφείλουμε να καλύψουμε.
- του Βασίλη Κορκίδη Πρόεδρος ΕΒΕΠ
Η συζήτηση συχνά αρχίζει και τελειώνει με τη διαπίστωση ότι «οι νέοι δεν θέλουν να γίνουν τεχνίτες». Πρόκειται για εύκολη εξήγηση ενός σύνθετου προβλήματος. Δεν διαθέτουμε ενιαία, συγκρίσιμη ελληνική έρευνα που να αποδεικνύει πόσο μειώθηκε η προτίμηση ανά γενιά και ειδικότητα. Γνωρίζουμε, όμως, ότι υπάρχουν δυσκολίες στελέχωσης και εμπόδια στην ελκυστικότητα της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Χρειάζεται επομένως να εξετάσουμε τι ακριβώς προσφέρουμε στους νέους όταν τους καλούμε να επιλέξουν μια τεχνική σταδιοδρομία.
Για χρόνια, η κοινωνική αναγνώριση συνδέθηκε στενά με το πανεπιστημιακό πτυχίο. Η τεχνική εκπαίδευση αντιμετωπίστηκε συχνά ως δεύτερη επιλογή, αντί να αναδειχθεί ως ισότιμη διαδρομή επαγγελματικής επιτυχίας. Οικογένειες και σχολεία επηρεάζουν καθοριστικά τις αποφάσεις των παιδιών. Όταν η συζήτηση περιορίζεται στο ποια σχολή εξασφαλίζει μεγαλύτερο κύρος, η πραγματική εικόνα των επαγγελμάτων υποχωρεί. Ένας νέος μπορεί έτσι να απορρίπτει μια ειδικότητα χωρίς να γνωρίζει το αντικείμενο, τις απαιτήσεις και τις δυνατότητες εξέλιξής της.
Παράλληλα, τα ίδια τα τεχνικά επαγγέλματα αλλάζουν. Ο σύγχρονος τεχνικός χρησιμοποιεί διαγνωστικά εργαλεία, ψηφιακές εφαρμογές, αυτοματισμούς και σύνθετα συστήματα ελέγχου. Η ενεργειακή μετάβαση δημιουργεί ανάγκες εγκατάστασης και συντήρησης νέου εξοπλισμού. Η βιομηχανία απαιτεί ακρίβεια, πιστοποίηση και συνεχή ανανέωση γνώσεων. Η εικόνα μιας αποκλειστικά χειρωνακτικής εργασίας, αποκομμένης από την τεχνολογία, δεν περιγράφει επαρκώς αυτόν τον κόσμο. Οφείλουμε να τον παρουσιάσουμε όπως πραγματικά εξελίσσεται, με τις ευκαιρίες και τις δυσκολίες του.
Ένα στοιχείο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτυπώνει χαρακτηριστικά το εκπαιδευτικό κενό. Το 2024 μόλις το 15% των πρόσφατων αποφοίτων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης στην Ελλάδα είχε συμμετάσχει σε μάθηση στον χώρο εργασίας, έναντι 65,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο δείκτης δεν μετρά την προτίμηση για τεχνικά επαγγέλματα. Δείχνει, όμως, πόσο αδύναμη παραμένει η σύνδεση της εκπαιδευτικής εμπειρίας με την πραγματική παραγωγή. Χωρίς αυτήν τη σύνδεση, η επαγγελματική επιλογή γίνεται συχνά με ελλιπή πληροφόρηση.
Η νέα γενιά έχει απαιτήσεις που αξίζουν σοβαρή απάντηση. Θέλει οικονομική ασφάλεια, χρόνο για προσωπική ζωή, σεβασμό και δυνατότητες μάθησης. Στην ελληνική έκδοση της έρευνας Deloitte του 2025, το 68% των συμμετεχόντων της Gen Z δηλώνει ότι αφιερώνει χρόνο τουλάχιστον εβδομαδιαίως στην ανάπτυξη νέων δεξιοτήτων. Το εύρημα δεν αφορά ειδικά τους τεχνίτες, αλλά δείχνει ότι υπάρχει διάθεση εκπαίδευσης. Το ζητούμενο είναι να συναντήσει αυτή η διάθεση αξιόπιστες επαγγελματικές ευκαιρίες.
Οι επιχειρήσεις έχουν, συνεπώς, ουσιαστική ευθύνη. Η επίκληση της έλλειψης προσωπικού πρέπει να συνοδεύεται από ανταγωνιστικές αποδοχές, ασφάλιση, ασφαλείς εγκαταστάσεις και σαφείς όρους εργασίας. Ο υποψήφιος χρειάζεται να γνωρίζει πώς θα εκπαιδευτεί, ποιος θα τον καθοδηγήσει και πώς θα εξελιχθεί μισθολογικά. Η υπόσχεση ότι «κάποτε θα βγάζει καλά χρήματα» δεν αρκεί. Χρειάζεται συγκεκριμένη διαδρομή από τη μαθητεία στην ειδίκευση και από εκεί στην αυξημένη ευθύνη ή στην επιχειρηματική αυτονομία.
Αντίστοιχα, η μαθητεία πρέπει να προσφέρει πραγματική μάθηση. Ο νέος χρειάζεται αμοιβή, οργανωμένο πρόγραμμα, κατάλληλο εξοπλισμό και έναν έμπειρο επαγγελματία που διαθέτει χρόνο να μεταδώσει γνώση. Οι μικρότερες επιχειρήσεις χρειάζονται υποστήριξη για να ανταποκριθούν σε αυτόν τον ρόλο. Η συνεργασία τους με ΕΠΑΛ, ΣΑΕΚ και ΔΥΠΑ μπορεί να αποκτήσει σταθερό περιεχόμενο, με κοινά συμφωνημένους στόχους και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.
Στον Πειραιά, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η ναυπηγοεπισκευή, ο ναυτιλιακός εξοπλισμός, οι ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις και οι υπηρεσίες συντήρησης συγκροτούν ένα πεδίο όπου η τεχνική γνώση συναντά τη διεθνή οικονομία. Το ΕΒΕΠ μπορεί να συμβάλει στη χαρτογράφηση των αναγκών, στη σύνδεση σχολών και επιχειρήσεων και στην ενημέρωση μαθητών και γονέων. Οι επισκέψεις σε σύγχρονους χώρους εργασίας μπορούν να κάνουν μια άγνωστη επαγγελματική διαδρομή κατανοητή και συγκεκριμένη.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στη συμμετοχή των νέων γυναικών. Τα στερεότυπα περιορίζουν τις επιλογές τους και στερούν από την παραγωγή πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό. Η πρόσβαση στην εκπαίδευση, στη μαθητεία και στην εξέλιξη πρέπει να στηρίζεται στις ικανότητες και στο ενδιαφέρον. Παράλληλα, η εμπειρία των παλαιότερων τεχνιτών μπορεί να συναντήσει τις ψηφιακές δεξιότητες των νεότερων, μέσα από οργανωμένη καθοδήγηση και αμοιβαίο σεβασμό.
Η επιτυχία πρέπει να μετριέται με αποφοίτους που εργάζονται, εξελίσσονται και παραμένουν στο επάγγελμα. Χρειαζόμαστε στοιχεία για τις προσλήψεις, τις αποδοχές, τις αποχωρήσεις και τους λόγους εγκατάλειψης. Μόνο έτσι θα γνωρίζουμε ποιες παρεμβάσεις αποδίδουν και πού απαιτούνται διορθώσεις. Η τέχνη έχει μέλλον όταν προσφέρει αξιοπρεπή ζωή, αναγνώριση και προοπτική. Αυτές τις προϋποθέσεις οφείλουμε να δημιουργήσουμε, ώστε περισσότεροι νέοι να την επιλέγουν συνειδητά και με υπερηφάνεια.

