Η κυβέρνηση να αναγνωρίσει τις αδύναμες ζώνες της και η αντιπολίτευση να ασκήσει σοβαρά τον θεσμικό της ρόλο, χωρίς τοξικότητες.
Μια νέα, εξαιρετικά απαιτητική περίοδος για την κυβέρνηση αλλά και για τα κόμματα της αντιπολίτευσης ξεκίνησε ήδη από τις αρχές Σεπτεμβρίου. Τα πολλαπλά προβλήματα, που εξακολουθούν να πιέζουν την κοινωνία, παραπέμπουν σε ένα φθινόπωρο που δεν «σηκώνει» καθυστερήσεις ή αναβολές για τις αναγκαίες πρωτοβουλίες και δράσεις, που θα πρέπει να αναληφθούν. Τα δε πρώτα φθινοπωρινά γκάλοπ έρχονται να «υπενθυμίσουν» τις προτεραιότητες που υπογραμμίζουν οι πολίτες, αναμένοντας «άλματα» στα βασικά πεδία της καθημερινότητά τους.
Για «άλματα» βέβαια μίλησε και ο πρωθυπουργός, κατά την επετειακή συνεδρίαση της Βουλής για τα 50 χρόνια αποκατάστασης της Δημοκρατίας, επιχειρώντας να περιγράψει πώς θα είναι η Ελλάδα τρία χρόνια μετά, με τη λήξη δηλαδή της παρούσας κυβερνητικής θητείας. Ωστόσο, οι μάχες που καλούνται να δώσουν σε καθημερινή βάση οι πολίτες ούτε αναβάλλονται, ούτε απομακρύνονται στο βάθος τους τριετούς ορίζοντα. Η πρόσφατη πυρκαγιά που ξέσπασε στον Βαρνάβα και μπήκε στον αστικό ιστό των βορείων προαστίων, η επέλαση της κλιματικής κρίσης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, το τραγικό δυστύχημα στο λούνα παρκ της Χαλκιδικής, οι δρόμοι που συνεχίζουν να λειτουργούν ως «παγίδες θανάτου», η Υγεία και η Παιδεία και, φυσικά,η μείωση της αγοραστικής δύναμης για τον κάθε πολίτη παραπέμπουν και σε αυτό που λέμε «κράτος» και, αναμφίβολα, σε σχεδιασμούς-άλματα για τη βελτίωση της λειτουργίας του.
Και δεν χρειάζονται δημοσκοπήσεις για να αντιληφθεί κανείς γρήγορα τις προτεραιότητες στις οποίες πρέπει να εστιάσει το πολιτικό σύστημα, για να καταφέρει να αλλάξει με τις παρεμβάσεις του τα κακώς κείμενα. Η κυβέρνηση οφείλει, χωρίς καθυστέρηση, να αναγνωρίσει τις αδύναμες ζώνες της και μαθαίνοντας από τα λάθη της, όπως λέει και ο πρωθυπουργός, να προχωρήσει τάχιστα στην επανεκκίνηση των κρατικών λειτουργιών, όπου έχουν αποτύχει. Και η αντιπολίτευση –η όποια τέλος πάντων αντιπολίτευση– οφείλει να δει κατάματα τις δικές της αδυναμίες, προκειμένου να τις αντιμετωπίσει και να ασκήσει σοβαρά τον θεσμικό της ρόλο, χωρίς τοξικότητες.
Ο πρωθυπουργός, στην ομιλία του στη ΔΕΘ εξήγγειλε κάποιες παροχές, στο πλαίσιο της δημοσιονομικής πραγματικότητας, ενώ σκιαγράφησε και τον κυβερνητικό σχεδιασμό για την «επανεκκίνηση» της κρατικής μηχανής δίνοντας συγκεκριμένες απαντήσεις για τις αλλαγές που θα δρομολογήσει το αμέσως επόμενο διάστημα.
Χωρίς μεγάλες προσδοκίες
Το φετινό φθινόπωρο, πάντως, μας βρίσκει χωρίς τις μεγάλες απειλές του πρόσφατου παρελθόντος αλλά και –για πρώτη φορά ίσως– χωρίς μεγάλες προσδοκίες. Η ακρίβεια και το «επιτελικό κράτος» έχουν «ενσωματωθεί» στον τρόπο που βλέπει την κατάσταση στη χώρα ένα μεγάλο μέρος των πολιτών, εκκινώντας από τη δική του κατάσταση.
Αυτή η απουσία προσδοκιών είναι ένα σημαντικό πολιτικό πρόβλημα, το οποίο οφείλει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση. Όταν οι πολίτες περνούν δύσκολα και πιέζονται, δεν ανέχονται να τους λες ότι «όλα είναι καλά», όπως διατείνονται μερικοί.
Ωστόσο, τόσο η προσπάθεια ωραιοποίησης της πραγματικότητας όσο και ο μηδενισμός στερούνται ρεαλιστικής βάσης και αποτελούν προσεγγίσεις στατικές. Αντιδημιουργικές. Για παράδειγμα, ούτε έγιναν όλα τέλεια στη μάχη της κυβέρνησης κατά της ακρίβειας, ούτε όμως «δεν έκανε τίποτε ο Μητσοτάκης» για να ελέγξει την ακρίβεια. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για την Παιδεία και την Υγεία, όπου η κυβέρνηση ανακοίνωσε προσφάτως μέτρα σημαντικής βελτίωσης της όλης κατάστασης στους δύο αυτούς τομείς. Είναι προφανές ότι η Παιδεία, η Υγεία, αλλά κυρίως η ακρίβεια δεν θα διαβρώνουν για πάντα το κλίμα στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Με το κράτος όμως, το μεγάλο αυτό πρόβλημα, πρέπει να γίνουν πολύ περισσότερα. Εδώ η απαισιοδοξία μεταξύ των πολιτών είναι τόσο έντονη και η βεβαιότητα ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει, ώστε κάθε μικρή αλλαγή θα μοιάζει μεγάλη.
Και ναι μεν ο πρωθυπουργός δεν έχει υποστηρίξει ότι η κυβέρνησή του τα έχει κάνει όλα καλά και δεν έχει διαπράξει και λάθη, από τα οποία διδάσκεται. Και πολλά και καλά έχει κάνει στη μέχρι τώρα πορεία της. Όμως, όπως και ο ίδιος έχει πει, χρειάζεται τώρα «γκάζι και όχι φρένο στις μεταρρυθμίσεις», που έχουν σχεδιαστεί.
Για να μπορέσει όμως μια κυβέρνηση να προβεί σε δραστικές αλλαγές, δεν φτάνει το «επείγον του πράγματος». Χρειάζονται ευρύτερες συναινέσεις, οι οποίες και δεν υπάρχουν στην περίπτωση της Ελλάδας. Αλλά στην πραγματικότητα η κοινωνία δεν θέλει ουσιαστικές αλλαγές. Η τραγωδία των Τεμπών, π.χ., είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η κοινωνία δεν θέλει να αποδεχτεί ότι ο κρατικός μηχανισμός χρειάζεται ριζική αναδιοργάνωση και προτιμά να αγοράζει «ψεκασμένα σενάρια», τα οποία ούτε λίγο ούτε πολύ υποστηρίζουν ότι ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί της κυβέρνησης δολοφόνησαν τα θύματα του δυστυχήματος.
Ωστόσο, δεδομένης της απολύτως προβληματικής, σχεδόν αποκαρδιωτικής, κατάστασης που επικρατεί στον ευρύτερο χώρο της αντιπολίτευσης, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει ακόμη ευκαιρίες, δυνατότητες, πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης στη διάθεσή της και βεβαίως σχέδιο διακηρυγμένο, ανεξαρτήτως αν αυτό αρέσει ή δεν αρέσει. Και όσοι στην αντιπολίτευση θεωρούν τελειωμένη τη νεοδημοκρατική διακυβέρνηση και εκτιμούν ότι ο Μητσοτάκης θα πέσει με φωνές, ύβρεις και αβαθείς αντιπολιτευτικές κορόνες, πλανώνται πλάνην οικτράν. Υποτιμούν κατά βάση τις δυνατότητες ανάκαμψης που διατηρεί, όπως και την πρωτοβουλία των κινήσεων που θα εξελιχθούν στα επόμενα τρία χρόνια, μέχρι τις εκλογές του 2027.
του Φώτη Σιούμπουρα

