Αυστηρά μέτρα, κλειστά σφαγεία και δεκάδες χιλιάδες αρνιά εγκλωβισμένα ενόψει Πάσχα – Στο νησί κυβερνητικό κλιμάκιο για τον συντονισμό των ενεργειών
Σε κατάσταση έντονης αναστάτωσης βρίσκεται ο αγροτοκτηνοτροφικός κόσμος της Λέσβου, μετά την επιβεβαίωση κρούσματος αφθώδους πυρετού στο νησί. Οι αρχές προχώρησαν στην επιβολή αυστηρών περιοριστικών μέτρων, μεταξύ των οποίων και η απαγόρευση μεταφοράς ζωικών και γαλακτοκομικών προϊόντων εκτός νησιού, ακόμη και μέσω αποσκευών, προκαλώντας έντονη ανησυχία στους παραγωγούς.
Καθοριστική εξέλιξη αποτέλεσε η απόφαση των τυροκόμων, έπειτα από συνάντηση με τον Περιφερειάρχη Βορείου Αιγαίου, να διακόψουν από την Πέμπτη την παραλαβή γάλακτος, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω την ήδη πιεσμένη κατάσταση.
Την ίδια ώρα, τα σφαγεία της Λέσβου παραμένουν κλειστά από την περασμένη Κυριακή, με αποτέλεσμα περίπου 70.000 αρνιά που προορίζονταν για εξαγωγή ενόψει Πάσχα να παραμένουν εγκλωβισμένα. Τα ζώα βρίσκονται είτε σε ψυκτικούς χώρους είτε στις εγκαταστάσεις των κτηνοτρόφων, δημιουργώντας σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις για μεγάλο μέρος των τοπικών νοικοκυριών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η κρίση αναμένεται να διαρκέσει για εβδομάδες.
Στο νησί έφτασε ήδη κυβερνητικό κλιμάκιο με επικεφαλής τον Υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, με στόχο τον συντονισμό της εφαρμογής των μέτρων σε συνεργασία με την Περιφέρεια και τις αρμόδιες κτηνιατρικές υπηρεσίες.
Παράλληλα, την Παρασκευή αναμένεται η άφιξη του Γενικού Γραμματέα Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρου Πρωτοψάλτη, προκειμένου να παρακολουθήσει από κοντά την υλοποίηση του σχεδίου δράσης και να ενισχύσει τον επιχειρησιακό συντονισμό για τον περιορισμό της εξάπλωσης της νόσου.
Η ανακοίνωση του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης με τα έκτακτα μέτρα
Κατά τη χθεσινή σύσκεψη στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης αποφασίστηκε να τεθεί άμεσα σε εφαρμογή το σχέδιο έκτακτης ανάγκης που προβλέπεται για την αντιμετώπιση της νόσου, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία.
Το σύνολο της νήσου Λέσβου βρίσκεται εντός απαγορευμένης ζώνης, στην οποία εφαρμόζονται όλα τα προβλεπόμενα μέτρα από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 2020/687.
Συγκεκριμένα, τέθηκαν σε εφαρμογή τα εξής μέτρα:
- Απαγορεύεται η μετακίνηση ζώντων ζώων των ευαίσθητων ειδών (βοοειδή, χοιροειδή, αιγοπρόβατα), καθώς και η διακίνηση των προϊόντων και υποπροϊόντων αυτών, και των ζωοτροφών, εκτός του νησιού. Αυτό περιλαμβάνει και τη διακίνηση τροφίμων ζωικής προέλευσης από πολίτες στις προσωπικές τους αποσκευές εκτός του νησιού.
- Απαγορεύεται η οποιαδήποτε μετακίνηση ζώντων ζώων των ευαίσθητων ειδών εντός του νησιού.
- Απαγορεύονται οι σφαγές των ευαίσθητων ειδών εντός του νησιού.
- Στην μολυσμένη εκμετάλλευση θα πραγματοποιηθεί θανάτωση όλων των ζώων των ευαίσθητων ειδών της εκμετάλλευσης και όλα τα προϊόντα θα καταστραφούν.
Τι είναι ο αφθώδης πυρετός
Ο αφθώδης πυρετός (Foot-and-Mouth Disease, FMD) είναι εξαιρετικά μεταδοτικό ιογενές νόσημα που προσβάλλει τα δίχηλα ζώα (βοοειδή, αιγοπρόβατα, χοίροι, καθώς και ορισμένα άγρια είδη). Χαρακτηρίζεται από υψηλή μεταδοτικότητα και ταχεία εξάπλωση, μέσω της άμεσης επαφής, της έμμεσης επαφής με μολυσμένα αντικείμενα, οχήματα, υποδήματα, εξοπλισμό ή μέσω ανθρώπινης δραστηριότητας. Μεταδίδεται και αερογενώς, γεγονός που αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο μόλυνσης γειτονικών εκμεταλλεύσεων. Άγρια ζώα και τρωκτικά δύνανται να μεταφέρουν τον ιό από μολυσμένες εκμεταλλεύσεις σε υγιείς.
Ο αφθώδης πυρετός κατατάσσεται στα νοσήματα Κατηγορίας Α, (ΕΕ) 2016/429 και (ΕΕ) 2018/1882, δηλαδή νοσήματα που δεν ενδημούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και για τα οποία απαιτείται η άμεση εφαρμογή αυστηρών μέτρων ελέγχου και εκρίζωσης με την πρώτη επιβεβαίωση εστίας. Για τον έλεγχο και τον περιορισμό της εξάπλωσης της νόσου, κρίνεται απολύτως απαραίτητη η εφαρμογή αυστηρών μέτρων βιοπροφύλαξης και περιορισμών στις μετακινήσεις ζώων, ανθρώπων, προϊόντων και υλικών.
Ο αφθώδης πυρετός δεν μεταδίδεται στον άνθρωπο και δεν αποτελεί απειλή για τη δημόσια υγεία, ωστόσο θεωρείται ως ένα από τα πιο επικίνδυνα νοσήματα των παραγωγικών ζώων παγκοσμίως. Τελευταία φορά που εμφανίστηκε στην Ελλάδα ήταν το 2000-2001.
Η Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τις αρμόδιες τοπικές κτηνιατρικές και άλλες υπηρεσίες και θα εκδώσει άμεσα λεπτομερείς συμπληρωματικές οδηγίες για τη διαχείριση και αντιμετώπιση της νόσου.

