Τις πρώτες πρωινές ώρες της 6ης Απριλίου 1941, η ναζιστική Γερμανία εξαπέλυσε αιφνιδιαστική επίθεση κατά της Ελλάδας, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο για την ελληνική επικράτεια. Η επίθεση εκδηλώθηκε στις 5:15 π.μ. στα οχυρά της Θράκης και της Ανατολικής Μακεδονίας, πριν ακόμη από την προβλεπόμενη ώρα που είχε γνωστοποιηθεί μέσω της γερμανικής διακοίνωσης.
Το τελεσίγραφο και η διπλωματική ένταση
Λίγες ώρες πριν την έναρξη των επιχειρήσεων, ο Γερμανός πρεσβευτής στην Αθήνα επέδωσε τελεσίγραφο στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή. Παρά τις διαβεβαιώσεις ότι η γερμανική επιχείρηση στόχευε πρωτίστως τη Βρετανία και όχι την Ελλάδα, η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε την απαίτηση, επιβεβαιώνοντας την απόφασή της να αντισταθεί.
Το σχέδιο «Μαρίτα» και οι στρατηγικές επιδιώξεις
Η γερμανική εισβολή εντασσόταν στο ευρύτερο στρατηγικό σχέδιο με την κωδική ονομασία «Μαρίτα», το οποίο είχε εγκριθεί από τον Αδόλφο Χίτλερ τον Δεκέμβριο του 1940. Βασικός στόχος ήταν η ενίσχυση της Ιταλίας, η οποία αντιμετώπιζε δυσκολίες στο αλβανικό μέτωπο, αλλά και η εξασφάλιση των νότιων πλευρών της Γερμανίας ενόψει της προετοιμαζόμενης επίθεσης κατά της Σοβιετικής Ένωσης (Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα).
Η επιχείρηση δεν περιοριζόταν στην Ελλάδα, αλλά επεκτεινόταν και στη Γιουγκοσλαβία, στο πλαίσιο της γερμανικής προσπάθειας ελέγχου των Βαλκανίων.
Οι αντίπαλες δυνάμεις
Η γερμανική πλευρά παρέταξε τεράστια στρατιωτική ισχύ υπό τη διοίκηση της 12ης Στρατιάς του στρατάρχη Βίλχελμ Λιστ, με περίπου 680.000 άνδρες, 1.200 άρματα μάχης και 700 αεροσκάφη. Αντίθετα, οι ελληνικές δυνάμεις στην περιοχή των ελληνοβουλγαρικών συνόρων ήταν περιορισμένες, καθώς ο κύριος όγκος του στρατού επιχειρούσε στο μέτωπο της Αλβανίας.
Η άμυνα στα βόρεια σύνορα βασιζόταν κυρίως στη Γραμμή Μεταξά, ενώ βρετανικές δυνάμεις είχαν αναπτυχθεί σε καίριες θέσεις, χωρίς όμως να μπορούν να ανατρέψουν την αριθμητική και επιχειρησιακή υπεροχή των Γερμανών.
Η Γραμμή Μεταξά και τα οχυρά
Η Γραμμή Μεταξά αποτέλεσε ένα εκτεταμένο αμυντικό έργο οχυρώσεων στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, σχεδιασμένο να αποτρέψει πιθανή εισβολή. Τα οχυρά, όπως το Ρούπελ, η Νυμφαία, το Ιστίμπεη και άλλα, είχαν κατασκευαστεί με υψηλές προδιαγραφές και παρουσίαζαν ιδιαίτερη τεχνική αρτιότητα.
Παρά την ισχυρή πίεση που δέχθηκαν, τα οχυρά αντιστάθηκαν σθεναρά για αρκετές ημέρες, αποδεικνύοντας την αποτελεσματικότητα της άμυνάς τους και την αποφασιστικότητα των υπερασπιστών.
Η εξέλιξη των επιχειρήσεων και η παράκαμψη της άμυνας
Η γερμανική προέλαση επιταχύνθηκε δραματικά μετά την κατάρρευση του γιουγκοσλαβικού μετώπου. Τεθωρακισμένες μονάδες εισήλθαν από τα Σκόπια και κινήθηκαν μέσω της κοιλάδας του Αξιού, παρακάμπτοντας τη Γραμμή Μεταξά.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην αποδυνάμωση της ελληνικής άμυνας στη Βόρεια Ελλάδα και κατέστησε αναπόφευκτη την πτώση της Θεσσαλονίκης, η οποία καταλήφθηκε τα μεσάνυχτα της 8ης Απριλίου 1941.
Η μάχη των οχυρών και η παράδοση
Τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά συνέχισαν να αντιστέκονται, ακόμη και όταν είχαν αποκοπεί από τον υπόλοιπο στρατό. Μετά την εισχώρηση των γερμανικών δυνάμεων στα μετόπισθεν και την περικύκλωση των υπερασπιστών, δόθηκε εντολή συνθηκολόγησης στις 9 Απριλίου.
Παρά την τελική έκβαση, η αντίσταση των ελληνικών δυνάμεων προκάλεσε τον θαυμασμό ακόμη και των αντιπάλων, οι οποίοι απέδωσαν τιμές στους αιχμαλώτους στρατιώτες.
Οι απώλειες για την ελληνική πλευρά ανήλθαν σε περίπου 1.000 νεκρούς και τραυματίες, ενώ οι γερμανικές απώλειες ήταν σημαντικές, γεγονός που καταδεικνύει τη σφοδρότητα των μαχών και τη διάρκεια της αντίστασης.
Η ταχεία κατάρρευση και η κατοχή της χώρας
Μετά την πτώση της Θεσσαλονίκης και τη διάρρηξη της άμυνας στη Μακεδονία, ακολούθησε ραγδαία προέλαση των γερμανικών δυνάμεων προς τον νότο. Ταυτόχρονα, κατέρρευσε και το μέτωπο της Αλβανίας, οδηγώντας στην πλήρη κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας έως τα τέλη Απριλίου 1941.
Η χώρα τέθηκε υπό τριπλή κατοχή — γερμανική, ιταλική και βουλγαρική — εγκαινιάζοντας μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για τον ελληνικό λαό, με σοβαρές πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες.

