Η φορολογική διοίκηση εντείνει τα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, με εκατοντάδες χιλιάδες κατασχέσεις και αυξημένη πίεση σε εισοδήματα και τραπεζικούς λογαριασμούς.
Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) εντείνει τις κινήσεις της για την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών, ενεργοποιώντας σε ευρεία κλίμακα τα αναγκαστικά μέτρα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, στο τέλος του 2025 οι φορολογούμενοι με ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο ανήλθαν σε 3,71 εκατομμύρια. Από αυτούς, για περισσότερους από 2,3 εκατομμύρια η φορολογική διοίκηση έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει σε αναγκαστικά μέτρα είσπραξης.
Ήδη 1,66 εκατομμύρια ΑΦΜ βρίσκονται υπό τέτοια μέτρα, ποσοστό που αγγίζει το 72%. Με άλλα λόγια, σχεδόν επτά στους δέκα οφειλέτες που μπορούν να βρεθούν αντιμέτωποι με μέτρα είσπραξης έχουν ήδη ενταχθεί σε αυτά.
Το βασικό «όπλο»: Κατασχέσεις σε λογαριασμούς και εισοδήματα
Κεντρικό εργαλείο της φορολογικής διοίκησης παραμένουν οι κατασχέσεις εις χείρας τρίτων. Πρόκειται κυρίως για δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών, ενοικίων και άλλων εισοδημάτων.
Μόνο μέσα στο 2025 επιβλήθηκαν περισσότερες από 500.000 τέτοιες κατασχέσεις, αριθμός αυξημένος σε σχέση με το προηγούμενο έτος και ενδεικτικός της έντασης που έχει αποκτήσει η προσπάθεια είσπραξης οφειλών.
Συνολικά, τα αναγκαστικά μέτρα ξεπέρασαν τις 528.000 ενέργειες. Σε αυτές περιλαμβάνονται κατασχέσεις, παραγγελίες κατάσχεσης, πλειστηριασμοί, εγγραφές υποθηκών και ποινικές διώξεις. Παράλληλα αυξήθηκαν και οι αναφορές προς τις αρμόδιες αρχές για υποθέσεις ξεπλύματος χρήματος.
Στο στόχαστρο και οι μεγάλοι οφειλέτες
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις μεγάλες οφειλές μέσω της Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης (ΕΜΕΙΣ).
Κατά τη διάρκεια του 2025 η συγκεκριμένη μονάδα κατάφερε να εισπράξει πάνω από 1 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση σχεδόν 14% σε σύγκριση με το 2024 και ξεπερνώντας τον ετήσιο στόχο.
Το χαρτοφυλάκιό της περιλαμβάνει χιλιάδες υποθέσεις με χρέη που υπερβαίνουν το 1,5 εκατ. ευρώ, όπου εφαρμόζονται στοχευμένες ενέργειες για την ανάκτηση των οφειλών.
Ραγδαία αύξηση στα «ανεπίδεκτα είσπραξης» χρέη
Την ίδια στιγμή αυξάνονται σημαντικά και οι οφειλές που χαρακτηρίζονται «ανεπίδεκτες είσπραξης». Πρόκειται για χρέη που δεν μπορούν να εισπραχθούν άμεσα, κυρίως λόγω έλλειψης περιουσιακών στοιχείων από τους οφειλέτες.
Το 2025 το ποσό αυτό εκτινάχθηκε στα 7,9 δισ. ευρώ, όταν έναν χρόνο νωρίτερα ανερχόταν σε μόλις 397 εκατ. ευρώ. Η αύξηση οφείλεται κυρίως σε μεγάλες υποθέσεις που καταγράφηκαν μέσα στο έτος.
Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν συνεπάγεται διαγραφή της οφειλής. Το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να διεκδικήσει τα ποσά στο μέλλον, ενώ για τους οφειλέτες ισχύουν σημαντικοί περιορισμοί, όπως η μη έκδοση φορολογικής ενημερότητας και η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων.
Επιπλέον, η παραγραφή των συγκεκριμένων οφειλών μπορεί να «παγώσει» για χρονικό διάστημα που φτάνει έως και τα δέκα χρόνια.
Έντονη πίεση και στα τελωνειακά χρέη
Ιδιαίτερα αυστηρή είναι η εικόνα και στο τελωνειακό πεδίο. Περίπου το 84,2% των οφειλετών με τελωνειακές οφειλές βρίσκεται ήδη αντιμέτωπο με αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, ποσοστό που υπερβαίνει τους σχετικούς στόχους.
Τα άμεσα εισπράξιμα ποσά από τις συγκεκριμένες οφειλές υπολογίζονται περίπου στα 1,85 δισ. ευρώ, γεγονός που διατηρεί ψηλά την πίεση των αρχών για την είσπραξή τους.

