Υπάρχουν ορισμένες ημερομηνίες που δεν καταγράφονται απλώς στα ιστορικά αρχεία, αλλά χαράζονται στη συλλογική μνήμη μιας χώρας. Η 9η Μαΐου 1956 ήταν μία από αυτές. Για την Ελλάδα της δεκαετίας του ’50, το Κυπριακό δεν αποτελούσε απλώς ένα διπλωματικό ζήτημα ή μια διεθνή διαμάχη με τη Βρετανία. Ήταν μια βαθιά εθνική υπόθεση, ένα τραύμα που ακουμπούσε τον πυρήνα της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας.
Εκείνη την ημέρα, η Αθήνα μετατράπηκε σε ένα εκρηκτικό πεδίο οργής, συγκίνησης και πολιτικής έντασης. Χιλιάδες άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους ζητώντας την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και διαμαρτυρόμενοι για τη βρετανική αποικιοκρατία, την εξορία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και – κυρίως – για την επικείμενη εκτέλεση των αγωνιστών της ΕΟΚΑ, Μιχαλάκη Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου.
Το συλλαλητήριο που ξεκίνησε στην Ομόνοια εξελίχθηκε μέσα σε λίγες ώρες σε μία από τις πιο αιματηρές διαδηλώσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας. Τέσσερις νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες και μια πρωτεύουσα που έμοιαζε να έχει παραδοθεί στο χάος.
Το Κυπριακό ως εθνική υπόθεση
Για να κατανοήσει κανείς το κλίμα εκείνης της περιόδου, πρέπει να επιστρέψει στη δεκαετία του ’50, όταν ο αγώνας της Κύπρου για αυτοδιάθεση είχε αποκτήσει τεράστια απήχηση στην Ελλάδα.
Η ΕΟΚΑ, υπό τον Γεώργιο Γρίβα, είχε ξεκινήσει από το 1955 ένοπλο αγώνα εναντίον της βρετανικής κυριαρχίας στο νησί. Η εξορία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στις Σεϋχέλλες από τις αποικιακές αρχές είχε προκαλέσει οργή, ενώ οι θανατικές καταδίκες Κυπρίων αγωνιστών θεωρούνταν από την ελληνική κοινή γνώμη πράξεις πολιτικής εκδίκησης.
Η ελληνική κοινωνία παρακολουθούσε τις εξελίξεις με έντονη συναισθηματική φόρτιση. Σχολεία, πανεπιστήμια, εργατικά σωματεία, εκκλησιαστικοί φορείς και πολιτικές οργανώσεις πραγματοποιούσαν συνεχώς εκδηλώσεις συμπαράστασης προς την Κύπρο.
Το κλίμα ήταν ήδη ηλεκτρισμένο όταν ανακοινώθηκε ότι οι Μιχαλάκης Καραολής και Ανδρέας Δημητρίου επρόκειτο να απαγχονιστούν από τους Βρετανούς στις 10 Μαΐου 1956.
Η αντίδραση στην Ελλάδα ήταν άμεση.
Η Ομόνοια γεμίζει από κόσμο
Από τις πρώτες κιόλας ώρες του απογεύματος της 9ης Μαΐου 1956, η καρδιά της Αθήνας χτυπούσε στην Πλατεία Ομονοίας. Χιλιάδες πολίτες άρχισαν να συρρέουν στο κέντρο της πρωτεύουσας, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα για διαμαρτυρία υπέρ της Κύπρου και κατά της βρετανικής αποικιακής πολιτικής.
Η εικόνα της Ομόνοιας εκείνο το απόγευμα έμοιαζε πρωτόγνωρη για τη μεταπολεμική Αθήνα. Άνδρες, γυναίκες, φοιτητές, εργάτες, ηλικιωμένοι αλλά και νεαροί μαθητές κρατούσαν ελληνικές σημαίες, εικόνες του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και αυτοσχέδια πανό με συνθήματα υπέρ της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.
Το πλήθος δεν εξέφραζε μόνο αγανάκτηση. Εξέφραζε και βαθιά συγκίνηση. Η επικείμενη εκτέλεση των αγωνιστών της ΕΟΚΑ, Μιχαλάκη Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου, είχε συγκλονίσει την ελληνική κοινωνία και είχε μετατρέψει το Κυπριακό σε υπόθεση εθνικής αξιοπρέπειας.
Το συλλαλητήριο οργανώθηκε από την Πανελλήνια Επιτροπή Ενώσεως Κύπρου (ΠΕΕΚ), ενώ κεντρικός ομιλητής ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δωρόθεος. Από το βήμα της συγκέντρωσης καταγγέλθηκαν οι βρετανικές πρακτικές στην Κύπρο, αλλά και η – κατά πολλούς – συγκρατημένη στάση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στο Λονδίνο.
Ξεχωριστή αίσθηση προκάλεσε ένα μεγάλο πανό που έγραφε:
«Άξων Αθηνών – Βελιγραδίου – Καΐρου».
Η φράση αυτή αποτύπωνε τις νέες γεωπολιτικές αναζητήσεις της εποχής και τη στροφή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής προς έναν πιο ανεξάρτητο διεθνή ρόλο, σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων στον μεταπολεμικό κόσμο.
Η πορεία προς τη Βρετανική Πρεσβεία και το ξέσπασμα της βίας
Μετά την ολοκλήρωση της συγκέντρωσης, η ένταση δεν εκτονώθηκε. Αντίθετα, μεγάλωσε.
Ένα μεγάλο μέρος των διαδηλωτών αποφάσισε να κινηθεί οργανωμένα προς τη Βρετανική Πρεσβεία στο Κολωνάκι, θέλοντας να διαμαρτυρηθεί άμεσα απέναντι στη βρετανική διπλωματική παρουσία στην Αθήνα.
Ο Αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος προσπάθησε να αποτρέψει την πορεία και κάλεσε τους συγκεντρωμένους να αποχωρήσουν ειρηνικά. Ωστόσο, το πλήθος είχε ήδη ξεπεράσει το στάδιο της απλής διαμαρτυρίας. Η συσσωρευμένη οργή για τις εξελίξεις στην Κύπρο είχε δημιουργήσει ένα εκρηκτικό κλίμα.
Η αστυνομία είχε παραταχθεί σε κομβικά σημεία του κέντρου, με εντολή να εμποδίσει τους διαδηλωτές να φτάσουν στη Βρετανική Πρεσβεία.
Οι πρώτες σοβαρές συγκρούσεις σημειώθηκαν κοντά στην Πλατεία Κλαυθμώνος.
Πέτρες και αντικείμενα εκτοξεύθηκαν προς τις αστυνομικές δυνάμεις, ενώ οι άνδρες της Αστυνομίας απάντησαν με βίαιη καταστολή. Μέσα σε λίγα λεπτά, το κέντρο της Αθήνας μετατράπηκε σε σκηνικό γενικευμένης σύγκρουσης.
Οι δρόμοι γέμισαν φωνές, καπνούς και πανικό.
Η Δραγατσανίου μετατρέπεται σε πεδίο μάχης
Τα πιο δραματικά επεισόδια εκτυλίχθηκαν στην οδό Δραγατσανίου.
Εκεί οι διαδηλωτές έστησαν αυτοσχέδια οδοφράγματα χρησιμοποιώντας κάδους, ξύλα, μεταλλικά αντικείμενα και υλικά από καταστήματα της περιοχής. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική και η ένταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο.
Κάποια στιγμή, οι αστυνομικές δυνάμεις άνοιξαν πυρ.
Οι πυροβολισμοί ακούστηκαν στο κέντρο της πρωτεύουσας μπροστά σε εκατοντάδες πολίτες που έτρεχαν πανικόβλητοι να σωθούν.
Τρεις διαδηλωτές έπεσαν νεκροί:
- Ο Ευάγγελος Γεροντής, 28 ετών
- Ο Ιωάννης Κωνσταντόπουλος, 21 ετών
- Ο Φραγκίσκος Νικολάου, 23 ετών
Λίγες ώρες αργότερα, υπέκυψε και ο αστυφύλακας Κώστας Γιαννακούρης, ο οποίος είχε τραυματιστεί σοβαρά κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων.
Ο απολογισμός ήταν βαρύς.
Συνολικά 265 τραυματίες μεταφέρθηκαν στα νοσοκομεία της Αθήνας. Από αυτούς, οι 165 έφεραν τραύματα από πυροβόλα όπλα, ενώ δεκάδες ακόμη είχαν υποστεί σοβαρούς τραυματισμούς από ξυλοδαρμούς και συμπλοκές.
Το πολιτικό σοκ και οι διεθνείς αντιδράσεις
Τα αιματηρά γεγονότα προκάλεσαν ισχυρό πολιτικό κραδασμό στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, η οποία βρισκόταν ακόμη στα πρώτα στάδια της θητείας της.
Ο ελληνικός Τύπος της επόμενης ημέρας κυκλοφόρησε με δραματικούς τίτλους για το «αιματοκύλισμα της Αθήνας» και την «εθνική οργή» που είχε ξεσπάσει στους δρόμους της πρωτεύουσας.
Τα επεισόδια δεν έμειναν μόνο στα ελληνικά πρωτοσέλιδα.
Οι Times του Λονδίνου ανέφεραν ότι τα γεγονότα στην Αθήνα αποκάλυπταν το βάθος της κρίσης που είχε δημιουργήσει η βρετανική πολιτική στην Κύπρο, ενώ οι New York Times υπογράμμιζαν ότι το Κυπριακό είχε πλέον εξελιχθεί σε παράγοντα αστάθειας για ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.
Ξένοι ανταποκριτές περιέγραφαν την ελληνική πρωτεύουσα ως μια πόλη σε «κατάσταση πολιτικής έκρηξης», με το Κυπριακό να έχει μετατραπεί σε κορυφαίο εθνικό ζήτημα για την ελληνική κοινωνία.
Οι εκτελέσεις που συγκλόνισαν τον ελληνισμό
Παρά τις διεθνείς αντιδράσεις και τις εκκλήσεις για αναστολή της απόφασης, οι βρετανικές αποικιακές αρχές προχώρησαν τελικά τα ξημερώματα της 10ης Μαΐου 1956 στην εκτέλεση των Μιχαλάκη Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας.
Η είδηση προκάλεσε σοκ και βαθιά συγκίνηση σε Ελλάδα και Κύπρο.
Οι δύο νεαροί αγωνιστές της ΕΟΚΑ μετατράπηκαν σχεδόν αμέσως σε σύμβολα του κυπριακού αγώνα και της αντίστασης απέναντι στη βρετανική αποικιοκρατία. Τα ονόματά τους ακούγονταν παντού, ενώ οι φωτογραφίες τους κυριαρχούσαν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της εποχής.
Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας επικράτησε ατμόσφαιρα εθνικού πένθους. Σχολεία έκλεισαν, καμπάνες εκκλησιών ήχησαν πένθιμα και νέες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας.
Το κλίμα ήταν ιδιαίτερα φορτισμένο, καθώς μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας θεωρούσε τις εκτελέσεις μια πράξη πολιτικής εκδίκησης από τη βρετανική πλευρά.
Το Κυπριακό εκείνη τη στιγμή έπαψε να αντιμετωπίζεται μόνο ως ένα ζήτημα εξωτερικής πολιτικής. Εξελίχθηκε σε βαθιά εθνική υπόθεση, που συγκινούσε και κινητοποιούσε ολόκληρο τον ελληνισμό.
Οι εκτελέσεις του Καραολή και του Δημητρίου όχι μόνο δεν ανέκοψαν το κύμα συμπαράστασης προς την Κύπρο, αλλά αντίθετα ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο το αίτημα για αυτοδιάθεση και Ένωση, μετατρέποντας τους δύο αγωνιστές σε διαχρονικά πρόσωπα της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

