Υπάρχουν σκηνοθέτες που κάνουν ταινίες και υπάρχουν κι εκείνοι που μοιάζουν να καταγράφουν την ψυχολογία μιας ολόκληρης εποχής. Ο Κρίστιαν Μουντζίου ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Με το νέο του φιλμ Fjord να κατακτά τον Χρυσό Φοίνικα στο 79ο Φεστιβάλ Καννών, ο ρουμάνος auteur πέρασε πλέον στο κλειστό club των σκηνοθετών που έχουν καταφέρει να κερδίσουν δύο φορές το σημαντικότερο βραβείο του παγκόσμιου κινηματογράφου. Και μπορεί η φετινή του νίκη να προκάλεσε έκπληξη σε αρκετούς σινεφίλ και κριτικούς, όμως για όσους παρακολουθούν σταθερά την πορεία του, το όνομα Μουντζίου εδώ και χρόνια συνδέεται με ένα σινεμά βαθιά πολιτικό, υπόγεια εκρηκτικό και αφοπλιστικά ανθρώπινο.
Από τη Ρουμανία του Τσαουσέσκου… στις Κάννες
Πριν γίνει ένα από τα πιο σημαντικά ονόματα του ευρωπαϊκού arthouse κινηματογράφου, ο Μουντζίου υπήρξε δάσκαλος, δημοσιογράφος και φοιτητής Αγγλικής φιλολογίας.
Η στροφή του προς το σινεμά ήρθε στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν ξεκίνησε σπουδές σκηνοθεσίας και άρχισε να χτίζει σταδιακά τη φιλμογραφία του μέσα από μικρού μήκους ταινίες στη Ρουμανία. Από νωρίς, η χώρα του έγινε το βασικό πεδίο παρατήρησής του: η κοινωνία, οι πληγές του μετακομμουνισμού, η θρησκεία, η οικογένεια, οι ενοχές, η εξουσία και οι μικρές καθημερινές μορφές καταπίεσης.
Η μεγάλη έκρηξη ήρθε το 2007 με το αριστουργηματικό 4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Ημέρες, μια καθηλωτική ιστορία γύρω από μια παράνομη έκτρωση στα τελευταία χρόνια του καθεστώτος Τσαουσέσκου.
Η ταινία συγκλόνισε κοινό και κριτικούς στις Κάννες, κερδίζοντας πανηγυρικά τον Χρυσό Φοίνικα και τοποθετώντας τη ρουμανική νέα κινηματογραφική γενιά στον παγκόσμιο χάρτη.
Ο ίδιος είχε περιγράψει αργότερα τη στιγμή της αναγνώρισης με έναν τρόπο σχεδόν παιδικά συγκινητικό: περπατούσε στις Κάννες και άγνωστοι τον σταματούσαν για να του μιλήσουν για την ταινία του, λες και είχε καταφέρει να αποτυπώσει κάτι συλλογικά βαθύ και αληθινό.
Το “Fjord” και η Ευρώπη που φοβάται τον «άλλον»
Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά τον πρώτο του Φοίνικα, ο Μουντζίου επιστρέφει με το Fjord, μια ταινία που μεταφέρει τη δράση από τη Ρουμανία στη Νορβηγία, χωρίς όμως να εγκαταλείπει ποτέ τη βαλκανική του ματιά.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η οικογένεια Γκεοργκίου: ένας Ρουμάνος πατέρας, μια Νορβηγίδα μητέρα και τα πέντε παιδιά τους, οι οποίοι μετακομίζουν σε ένα μικρό χωριό της Νορβηγίας αναζητώντας μια νέα αρχή.
Όμως αυτό που αρχικά μοιάζει με μια ιστορία ενσωμάτωσης μετατρέπεται σταδιακά σε μια σκοτεινή μελέτη πάνω στη σύγκρουση πολιτισμών.
Οι Γκεοργκίου κουβαλούν μαζί τους τη θρησκευτική πίστη, τις συνήθειες και τη νοοτροπία μιας διαφορετικής κοινωνίας. Και η «τέλεια» σκανδιναβική πραγματικότητα δεν αργεί να τους αντιμετωπίσει με καχυποψία.
Ένα σημάδι στον ώμο της κόρης τους γίνεται η αφορμή για παρέμβαση της Πρόνοιας, πυροδοτώντας έναν γραφειοκρατικό εφιάλτη που διαλύει την οικογένεια και μετατρέπει τη σχέση τους με το κράτος σε έναν υπαρξιακό πόλεμο.
Η ψυχρή Δύση και η βαλκανική ψυχή
Αυτό που κάνει το Fjord τόσο ενδιαφέρον δεν είναι απλώς η ιστορία του, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ο Μουντζίου σχολιάζει τη σύγχρονη Ευρώπη.
Η Νορβηγία της ταινίας δεν παρουσιάζεται ως ένας ανοιχτά εχθρικός τόπος. Αντίθετα, είναι ευγενική, οργανωμένη, πολιτισμένη. Και ακριβώς εκεί κρύβεται η ειρωνεία.
Ο σκηνοθέτης μοιάζει να αναρωτιέται αν πίσω από τον «καλοκουρδισμένο» προοδευτισμό της Δύσης κρύβεται τελικά ένας ψυχρός μηχανισμός που δυσκολεύεται να αποδεχτεί το διαφορετικό όταν αυτό δεν χωρά στα δικά του πολιτισμικά κουτιά.
Το φιλμ δεν ενδιαφέρεται τόσο για το ποιος έχει δίκιο, όσο για το πόσο δύσκολο είναι τελικά να συνυπάρξουν άνθρωποι που κουβαλούν εντελώς διαφορετικούς κώδικες ζωής.
Και εκεί βρίσκεται η δύναμή του: στο ότι αρνείται να γίνει εύκολα διδακτικό.
Ο Σεμπάστιαν Σταν σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του
Σημαντικό κομμάτι της επιτυχίας του Fjord αποτελεί και η ερμηνεία του Σεμπάστιαν Σταν, ο οποίος αφήνει πίσω κάθε χολιγουντιανό glamour και παραδίδει έναν εσωτερικό, σιωπηλά εκρηκτικό πρωταγωνιστή.
Ο Μιχάι του Σταν είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί διαρκώς να συγκρατήσει τον θυμό, την απογοήτευση και την αίσθηση απόρριψης που τον πνίγει.
Δίπλα του, η Ρενάτε Ράινσβε κινείται πιο αθόρυβα, ενσαρκώνοντας μια γυναίκα παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο κόσμους που αδυνατούν να επικοινωνήσουν ουσιαστικά.
Γιατί το “Fjord” θα συζητηθεί πολύ
Το νέο φιλμ του Μουντζίου δεν είναι μια «εύκολη» ταινία. Δεν χαϊδεύει το κοινό, ούτε προσφέρει ξεκάθαρες απαντήσεις.
Αντίθετα, μοιάζει να τοποθετεί μια βόμβα στο κέντρο της σύγχρονης ευρωπαϊκής συζήτησης γύρω από την ταυτότητα, τη μετανάστευση, την πολιτισμική ένταξη και τα όρια της ανεκτικότητας.
Και αυτό ακριβώς είναι που το κάνει τόσο επίκαιρο.
Γιατί σε μια εποχή όπου η Ευρώπη μιλά διαρκώς για συμπερίληψη και ανοιχτές κοινωνίες, ο Μουντζίου έρχεται να ρωτήσει κάτι πολύ πιο άβολο:
Τι συμβαίνει όταν ο «άλλος» δεν μοιάζει αρκετά με εμάς ώστε να τον αποδεχτούμε πραγματικά;
Το μόνο βέβαιο είναι πως, αν το Fjord ακολουθήσει πράγματι πορεία προς τα Όσκαρ, οι συζητήσεις γύρω από αυτό θα είναι θυελλώδεις. Και μάλλον αυτό ακριβώς ήθελε εξαρχής ο Κρίστιαν Μουντζίου.

