Ηταν μία από τις μεγαλύτερες μορφές της οικονομίας του 20ου αιώνα, κυβερνούσε τις αγορές με δυό του λέξεις και περνούσε αλώβητος τις συμπληγάδες του ανοίγματος της παγκόσμιας αγοράς
Υπάρχουν άνθρωποι που επηρεάζουν την ιστορία χωρίς ποτέ να εκλεγούν. Άνθρωποι που δεν ηγούνται στρατών, δεν υπογράφουν συνθήκες και δεν εμφανίζονται συχνά στα πρωτοσέλιδα, αλλά οι αποφάσεις τους καθορίζουν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ο Άλαν Γκρίνσπαν ήταν ένας από αυτούς.
Ο άνθρωπος που για σχεδόν δύο δεκαετίες βρισκόταν στο τιμόνι της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των Ηνωμένων Πολιτειών, της περίφημης Fed, πέθανε σε ηλικία 100 ετών, κλείνοντας ένα κεφάλαιο που ταυτίστηκε όσο λίγα με την άνοδο, την αυτοπεποίθηση και τελικά τις αντιφάσεις της αμερικανικής οικονομικής υπερδύναμης.
Για μια ολόκληρη γενιά επενδυτών, πολιτικών και επιχειρηματιών, ο Γκρίνσπαν ήταν κάτι περισσότερο από κεντρικός τραπεζίτης. Ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να επηρεάσει τις αγορές ολόκληρου του πλανήτη πριν καν ολοκληρώσει μια πρόταση.
Από τη σκηνή της τζαζ στο κέντρο της παγκόσμιας οικονομίας
Η ζωή του ξεκίνησε πολύ διαφορετικά από ό,τι θα περίμενε κανείς.
Γεννημένος στη Νέα Υόρκη το 1926, ο νεαρός Άλαν ονειρευόταν αρχικά μια καριέρα στη μουσική. Σπούδασε κλαρινέτο στη φημισμένη Σχολή Τζούλιαρντ και έπαιξε σε επαγγελματικά συγκροτήματα τζαζ, περιοδεύοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Όμως, ενώ οι περισσότεροι μουσικοί ασχολούνταν με τις πρόβες και τις παραστάσεις, εκείνος γοητευόταν από τους αριθμούς. Κρατούσε τα λογιστικά των συγκροτημάτων, υπολόγιζε έσοδα και έξοδα και διάβαζε οικονομικά βιβλία στον ελεύθερο χρόνο του.
Η οικονομία τελικά τον κέρδισε οριστικά.
Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και γρήγορα απέκτησε φήμη ως ένας από τους πιο οξυδερκείς αναλυτές της εποχής του.
Ο άνθρωπος που εμπιστεύονταν οι πρόεδροι
Η άνοδός του στην Ουάσιγκτον υπήρξε σταδιακή αλλά σταθερή.
Συνεργάστηκε με διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις, συμβούλευσε προέδρους και συμμετείχε στη διαμόρφωση οικονομικών πολιτικών σε κρίσιμες περιόδους για τις ΗΠΑ.
Το 1987 ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρίγκαν τον επέλεξε για την προεδρία της Fed. Ήταν μια απόφαση που έμελλε να αλλάξει την οικονομική ιστορία.
Λίγους μόλις μήνες αργότερα, οι αγορές συγκλονίστηκαν από το μεγάλο χρηματιστηριακό κραχ του Οκτωβρίου του 1987.
Η ψύχραιμη αντίδρασή του θεωρήθηκε καθοριστική. Οι αγορές ηρέμησαν και ο νέος επικεφαλής της Fed απέκτησε γρήγορα τη φήμη του ανθρώπου που μπορούσε να διαχειριστεί τις κρίσεις χωρίς πανικό.
Ο «μαέστρος» της χρυσής δεκαετίας
Η δεκαετία του 1990 υπήρξε η εποχή της αποθέωσής του.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες γνώρισαν μια από τις μεγαλύτερες περιόδους ανάπτυξης της σύγχρονης ιστορίας τους. Η ανεργία υποχώρησε, η τεχνολογική επανάσταση άλλαξε τον κόσμο και η Wall Street έμοιαζε ασταμάτητη.
Ο Γκρίνσπαν έγινε σχεδόν μυθική φιγούρα.
Οι δηλώσεις του αναλύονταν λέξη προς λέξη. Δημοσιογράφοι, επενδυτές και κυβερνήσεις προσπαθούσαν να αποκωδικοποιήσουν κάθε του φράση. Σε μια εποχή πριν από τα social media, ελάχιστοι άνθρωποι διέθεταν τόσο μεγάλη επιρροή στην παγκόσμια οικονομία.
Το 1996 εισήγαγε έναν όρο που πέρασε στην ιστορία: «παράλογη ευφορία» (irrational exuberance).
Με αυτή τη φράση προειδοποιούσε ότι οι αγορές ίσως είχαν αρχίσει να χάνουν την επαφή τους με την πραγματικότητα.
Η προειδοποίηση αποδείχθηκε προφητική.
Ο άνθρωπος που πίστεψε στις αγορές
Ο Γκρίνσπαν υπήρξε γνήσιο παιδί της εποχής του.
Πίστευε βαθιά στην ελεύθερη αγορά, στην καινοτομία και στην περιορισμένη κρατική παρέμβαση. Θεωρούσε ότι οι επιχειρήσεις και οι τράπεζες είχαν αρκετά κίνητρα ώστε να προστατεύουν μόνες τους το σύστημα από τις υπερβολές.
Αυτή η φιλοσοφία τον έκανε ήρωα της Wall Street.
Αργότερα, όμως, θα γινόταν η μεγαλύτερη πηγή κριτικής εναντίον του.
Μετά το σκάσιμο της φούσκας των εταιρειών τεχνολογίας και ιδιαίτερα μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, η Fed διατήρησε τα επιτόκια σε πολύ χαμηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Το χρήμα έγινε φθηνό, η αγορά ακινήτων εκτινάχθηκε και ο δανεισμός αυξήθηκε με πρωτοφανείς ρυθμούς.
Για χρόνια όλα έμοιαζαν να λειτουργούν.
Μέχρι που σταμάτησαν.
Η μεγάλη κρίση και η δύσκολη παραδοχή
Όταν ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, ο Γκρίνσπαν είχε ήδη αποχωρήσει από τη Fed.
Ωστόσο, το όνομά του βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης.
Πολλοί οικονομολόγοι υποστήριξαν ότι η υπερβολική εμπιστοσύνη στις αγορές, η χαλαρή εποπτεία και τα χρόνια του φθηνού χρήματος συνέβαλαν στη δημιουργία της φούσκας που οδήγησε στην κατάρρευση.
Τότε συνέβη κάτι σπάνιο.
Ο Γκρίνσπαν παραδέχθηκε δημόσια ότι ένα βασικό στοιχείο της οικονομικής του φιλοσοφίας αποδείχθηκε λανθασμένο. Αναγνώρισε ότι είχε υπερεκτιμήσει την ικανότητα των τραπεζών να αυτορυθμίζονται και να προστατεύουν το ίδιο τους το συμφέρον.
Για έναν άνθρωπο που είχε περάσει δεκαετίες στην κορυφή της εξουσίας, αυτή η παραδοχή είχε ιδιαίτερη βαρύτητα.
Η κληρονομιά ενός αιώνα
Ο Άλαν Γκρίνσπαν έζησε έναν ολόκληρο αιώνα.
Γνώρισε τη Μεγάλη Ύφεση ως παιδί, είδε τις Ηνωμένες Πολιτείες να μετατρέπονται σε μοναδική υπερδύναμη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο και βρέθηκε στην καρδιά σχεδόν κάθε μεγάλης οικονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα.
Άλλοι θα τον θυμούνται ως τον άνθρωπο που κράτησε σταθερή τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου σε περιόδους αναταραχής.
Άλλοι ως τον αρχιτέκτονα μιας εποχής υπερβολικής εμπιστοσύνης στις αγορές, η οποία κατέληξε στη μεγάλη κρίση του 2008.
Ίσως η αλήθεια να βρίσκεται κάπου ανάμεσα.
Ο Γκρίνσπαν δεν υπήρξε απλώς ένας τραπεζίτης ή ένας οικονομολόγος. Υπήρξε το πρόσωπο μιας ολόκληρης εποχής. Μιας εποχής που πίστεψε βαθιά στη δύναμη των αγορών, στην τεχνολογία και στην παγκοσμιοποίηση.
Και όπως συμβαίνει συχνά με τις μεγάλες προσωπικότητες της ιστορίας, η μεγαλύτερη κληρονομιά του δεν είναι μόνο όσα πέτυχε, αλλά και τα ερωτήματα που άφησε πίσω του.

