Πυρηνικός αγώνας δρόμου μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας – Αλλαγή του ενεργειακού προφίλ των ΗΠΑ για να μην χάσουν την “κούρσα” του μέλλοντος
Μια νέα παγκόσμια κούρσα τεχνολογικής και ενεργειακής υπεροχής βρίσκεται σε εξέλιξη, με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα να ανταγωνίζονται πλέον όχι μόνο στην τεχνητή νοημοσύνη και τους ημιαγωγούς, αλλά και στην πυρηνική ενέργεια.
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε σχέδιο ύψους 17,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη χρηματοδότηση νέων πυρηνικών αντιδραστήρων στις ΗΠΑ, σε μια προσπάθεια να επιταχύνει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας που θα απαιτήσουν τα γιγαντιαία κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης και η αυξανόμενη ηλεκτροδότηση της οικονομίας.
Η κίνηση έρχεται την ώρα που η Κίνα όχι μόνο κατασκευάζει περισσότερους πυρηνικούς σταθμούς από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο, αλλά προχωρά και στον τομέα της πυρηνικής σύντηξης, μιας τεχνολογίας που πολλοί επιστήμονες θεωρούν το «Άγιο Δισκοπότηρο» της καθαρής ενέργειας.
Η αμερικανική πυρηνική αντεπίθεση
Το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας σχεδιάζει να χορηγήσει χαμηλότοκα δάνεια για την ανάπτυξη δέκα νέων αντιδραστήρων τύπου AP1000 της Westinghouse, οι οποίοι θα κατασκευαστούν σε πέντε διαφορετικά έργα ανά τη χώρα.
Σύμφωνα με την Ουάσινγκτον, η ταυτόχρονη κατασκευή πολλών πανομοιότυπων αντιδραστήρων μπορεί να μειώσει το κόστος και να επιταχύνει την ολοκλήρωση των έργων έως και κατά τρία χρόνια.
Οι νέες μονάδες αναμένεται να τεθούν σε λειτουργία γύρω στο 2035 και θα παράγουν περίπου 1.100 μεγαβάτ η καθεμία, ποσότητα ενέργειας αρκετή για να ηλεκτροδοτήσει μια μεσαίου μεγέθους πόλη ή ένα τεράστιο κέντρο δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης.
Η έκρηξη της ζήτησης από την τεχνητή νοημοσύνη
Πίσω από την αμερικανική στροφή στην πυρηνική ενέργεια βρίσκεται κυρίως η εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες του κόσμου αναμένεται να επενδύσουν φέτος περίπου 800 δισεκατομμύρια δολάρια σε υποδομές data centers, δημιουργώντας πρωτοφανείς ανάγκες σε σταθερή και αδιάλειπτη ηλεκτροδότηση.
Σε αντίθεση με τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά πάρκα, οι πυρηνικοί σταθμοί μπορούν να λειτουργούν αδιάκοπα ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών, κάτι που θεωρείται κρίσιμο για τις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις υψηλής κατανάλωσης.
Η Κίνα προηγείται
Παρά τις αμερικανικές επενδύσεις, η πραγματικότητα δείχνει ότι το Πεκίνο έχει ήδη αποκτήσει σημαντικό προβάδισμα.
Σύμφωνα με στοιχεία της Goldman Sachs και διεθνών οργανισμών, η Κίνα κατασκευάζει σήμερα περίπου 40 πυρηνικούς αντιδραστήρες, αριθμός πολλαπλάσιος από οποιαδήποτε άλλη χώρα.
Ακολουθούν η Ινδία με οκτώ υπό κατασκευή μονάδες και η Ρωσία με έξι, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αρκετά χαμηλότερα, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούν να διαθέτουν έναν από τους μεγαλύτερους πυρηνικούς στόλους στον κόσμο.
Η αμερικανική εμπειρία με τους τελευταίους αντιδραστήρες AP1000 στη Τζόρτζια θεωρείται χαρακτηριστική των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η χώρα. Οι δύο μονάδες χρειάστηκαν περίπου μία δεκαετία για να ολοκληρωθούν και κόστισαν πολύ περισσότερο από τις αρχικές προβλέψεις.
Το μεγάλο στοίχημα της σύντηξης
Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί στην Ουάσινγκτον η πρόοδος της Κίνας στον τομέα της πυρηνικής σύντηξης.
Αντιδραστήρας σύντηξης
Το κινεζικό πρόγραμμα EAST, γνωστό και ως «τεχνητός ήλιος», έχει καταγράψει τα τελευταία χρόνια σειρά ρεκόρ στη διατήρηση υπερθερμασμένου πλάσματος και σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές πλησιάζει σε κρίσιμα ορόσημα που θα μπορούσαν να φέρουν την πρώτη πιλοτική παραγωγή ενέργειας μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Αν η σύντηξη καταστεί εμπορικά βιώσιμη, θα μπορούσε να προσφέρει σχεδόν απεριόριστη καθαρή ενέργεια με ελάχιστα ραδιενεργά απόβλητα, αλλάζοντας ριζικά τον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη.
Η νέα γεωπολιτική μάχη
Για πολλές κυβερνήσεις, το ζήτημα δεν αφορά πλέον μόνο την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Όπως συνέβη με τα μικροτσίπ και την τεχνητή νοημοσύνη, έτσι και η πυρηνική τεχνολογία εξελίσσεται σε πεδίο γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Οι χώρες που θα καταφέρουν να κυριαρχήσουν στην επόμενη γενιά πυρηνικών αντιδραστήρων ή ακόμη περισσότερο στην πυρηνική σύντηξη, θα αποκτήσουν σημαντικό πλεονέκτημα στην οικονομία, τη βιομηχανία και την τεχνολογική ανάπτυξη των επόμενων δεκαετιών.
Και όπως όλα δείχνουν, η μάχη αυτή έχει ήδη ξεκινήσει.

