Δημοσίευμα αναφέρει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος εξετάζει την επανένταξη της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35, ανατρέποντας την απαγόρευση που είχε επιβάλει το 2019 λόγω των ρωσικών S-400
Την πρόθεσή του να αποκαταστήσει την πρόσβαση της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35 φέρεται να εξετάζει ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, το οποίο επικαλείται τέσσερις ανώτερους αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης.
Εφόσον επιβεβαιωθεί, η κίνηση θα σηματοδοτήσει ανατροπή της απόφασης που είχε λάβει ο ίδιος ο Τραμπ το 2019, όταν απέκλεισε την Τουρκία από το πρόγραμμα για λόγους εθνικής ασφάλειας, μετά την αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 από την Άγκυρα.
Το δημοσίευμα έρχεται λίγες ώρες πριν από τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε προαναγγείλει ότι θα μεταφέρει στον Ερντογάν ένα «δώρο» που, όπως είπε, θα τον κάνει «πολύ χαρούμενο», χωρίς να αποκαλύψει περισσότερες λεπτομέρειες.
Σύμφωνα με τους New York Times, στην αμερικανική κυβέρνηση δεν υπάρχει ακόμη πλήρης συμφωνία για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να ξεπεραστούν τα εμπόδια που θέτουν το Κογκρέσο και το ισχύον νομικό πλαίσιο. Ωστόσο, εξετάζεται το ενδεχόμενο ανταλλαγής επίσημων επιστολών μεταξύ των δύο ηγετών, ως πρώτο βήμα για την επανεκκίνηση της διαδικασίας.
Το «αγκάθι» των S-400
Οι σχέσεις Ουάσιγκτον – Άγκυρας επιβαρύνθηκαν σημαντικά το 2019, όταν η Τουρκία προχώρησε στην προμήθεια του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, παρά τις έντονες αντιδράσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Ουάσιγκτον απάντησε με την επιβολή κυρώσεων και τον αποκλεισμό της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35, υποστηρίζοντας ότι η συνύπαρξη των αμερικανικών μαχητικών με το ρωσικό σύστημα θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο ευαίσθητα τεχνολογικά και επιχειρησιακά δεδομένα.
Παράλληλα, το Κογκρέσο ψήφισε νομοθεσία που απαγορεύει την πώληση F-35 στην Τουρκία όσο οι S-400 παραμένουν σε τουρκικό έδαφος, καθιστώντας ιδιαίτερα δύσκολη οποιαδήποτε αλλαγή πολιτικής χωρίς τη συγκατάθεσή του.
Σημάδια επαναπροσέγγισης
Παρά τις εκκρεμότητες, οι σχέσεις των δύο χωρών εμφανίζουν το τελευταίο διάστημα σημάδια βελτίωσης.
Ενδεικτική ήταν η πρόσφατη ενημέρωση της κυβέρνησης Τραμπ προς το Κογκρέσο για την πρόθεσή της να εγκρίνει την πώληση δεκάδων αεροπορικών κινητήρων στην Τουρκία, σε συμφωνία που υπερβαίνει τα 700 εκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με έγγραφο που επικαλείται το Reuters.
Η ενδεχόμενη επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, εφόσον προχωρήσει, θα αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις των τελευταίων ετών και θα μπορούσε να ανοίξει νέο κεφάλαιο στη στρατηγική συνεργασία των δύο συμμάχων στο ΝΑΤΟ.
Φιντάν: Η σχέση Τραμπ – Ερντογάν μπορεί να ενισχύσει τη συνοχή του ΝΑΤΟ
Τη σημασία της προσωπικής σχέσης μεταξύ του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για τη διατήρηση της συνοχής του ΝΑΤΟ υπογράμμισε ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, σε συνέντευξή του στους New York Times.
Όπως ανέφερε, η Άγκυρα σκοπεύει να αξιοποιήσει το θετικό κλίμα στις σχέσεις των δύο ηγετών, με στόχο να συμβάλει στην αποκλιμάκωση των εντάσεων που έχουν αναπτυχθεί στο εσωτερικό της Συμμαχίας.
Οι δηλώσεις του Τούρκου υπουργού πραγματοποιούνται ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, στην οποία συμμετέχουν οι ηγέτες και οι εκπρόσωποι των 32 κρατών-μελών, με βασικό αντικείμενο το μέλλον της διατλαντικής συμμαχίας και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει κατά καιρούς απειλήσει με περιορισμό της αμερικανικής συμμετοχής στο ΝΑΤΟ, ακόμη και με πλήρη αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Συμμαχία, ενώ έχει επικρίνει ευρωπαϊκές χώρες για τις αμυντικές τους δαπάνες και τη στάση τους σε διεθνείς κρίσεις.
Την ίδια στιγμή, διατηρεί ιδιαίτερα στενή σχέση με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τον οποίο έχει χαρακτηρίσει δημόσια «φίλο» και «μεγάλο ηγέτη».
«Είναι απλώς θέμα εμπιστοσύνης για τον Τραμπ και φιλίας», δήλωσε ο Χακάν Φιντάν, προσθέτοντας ότι η Τουρκία επιδιώκει να αξιοποιήσει αυτή τη σχέση «προς όφελος του γενικότερου καλού, για ολόκληρη την οικογένεια του ΝΑΤΟ».
Ο ρόλος της Τουρκίας στις διεθνείς εξελίξεις
Ο Χακάν Φιντάν, πρώην επικεφαλής των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών και υπουργός Εξωτερικών από το 2023, διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας σε σειρά διεθνών κρίσεων, όπως οι συγκρούσεις στη Συρία, στη Γάζα, στο Ιράν και στην Ουκρανία.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, αναμένεται να είναι ο μοναδικός υπουργός χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ που διατηρεί απευθείας επαφές με υψηλόβαθμους αξιωματούχους των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας, της Ουκρανίας, του Ιράν, αλλά και της Χαμάς, γεγονός που αναδεικνύει τον ιδιαίτερο διαμεσολαβητικό ρόλο που επιδιώκει να διαδραματίσει η Τουρκία.
Στο επίκεντρο οι αμυντικές δαπάνες
Κεντρικό θέμα της Συνόδου Κορυφής αναμένεται να αποτελέσουν οι αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών, καθώς οι σύμμαχοι καλούνται να παρουσιάσουν πρόοδο προς τον στόχο διάθεσης του 5% του ΑΕΠ για την άμυνα.
Ο Χακάν Φιντάν εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι οι σχετικές διαπραγματεύσεις θα εξελιχθούν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, παρά τις κατά καιρούς αιχμηρές δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για τη Συμμαχία.
«Υπάρχουν πολλές δηλώσεις, αλλά στην πράξη δεν βλέπω να αλλάζει κάτι. Οι δομές και οι δυνάμεις της Συμμαχίας παραμένουν εκεί», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι μεταξύ της Τουρκίας και των ευρωπαϊκών χωρών υπάρχει κοινή αντίληψη για τη σημασία του ΝΑΤΟ.
«Κανείς δεν αμφισβητεί την αναγκαιότητα του ΝΑΤΟ», σημείωσε.
Οι ανησυχίες για τη στάση των ΗΠΑ
Παρά τις διαβεβαιώσεις της τουρκικής πλευράς, οι επανειλημμένες επικρίσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς το ΝΑΤΟ εξακολουθούν να προκαλούν προβληματισμό σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Αξιωματούχοι της Συμμαχίας εκφράζουν φόβους ότι, σε περίπτωση επίθεσης της Ρωσίας εναντίον κράτους-μέλους, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να μην εφαρμόσουν πλήρως τη ρήτρα συλλογικής άμυνας.
Παράλληλα, οι αναφορές του Αμερικανού προέδρου σε πιθανή μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη έχουν εντείνει τις συζητήσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενίσχυση της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας και τη μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία της ηπείρου.

