Αντιδράσεις από την Άγκυρα προκάλεσε η απόφαση του ελληνικού υπουργείου Παιδείας να αναστείλει τη λειτουργία σχολικών μονάδων στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη για το σχολικό έτος 2026-2027, με το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών να επαναλαμβάνει τους πάγιους ισχυρισμούς του περί «τουρκικής μειονότητας» στη Δυτική Θράκη.
Η απόφαση του υπουργείου αφορά συνολικά 47 Δημοτικά Σχολεία, Νηπιαγωγεία και Μειονοτικά Σχολεία, μεταξύ των οποίων 11 σχολικές μονάδες στη Θράκη, και ελήφθη με βάση τα στοιχεία των εγγραφών και τη γεωγραφική κατανομή του μαθητικού πληθυσμού.
Το ελληνικό υπουργείο Παιδείας έχει διευκρινίσει ότι δεν πρόκειται για κατάργηση σχολείων, αλλά για προσωρινή αναστολή λειτουργίας λόγω έλλειψης μαθητών, υπογραμμίζοντας ότι οι σχολικές μονάδες μπορούν να επαναλειτουργήσουν εφόσον στο μέλλον υπάρξει επαρκής αριθμός εγγραφών.
Παρά τις διευκρινίσεις της ελληνικής πλευράς, ο εκπρόσωπος του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, Οντζού Κετσελί, κατηγόρησε την Ελλάδα ότι δημιουργεί νέα εμπόδια στην εκπαίδευση της μειονότητας, κάνοντας λόγο για παραβίαση της Συνθήκης της Λωζάνης και για περιορισμό των εκπαιδευτικών δικαιωμάτων της, την οποία η Άγκυρα εξακολουθεί να αποκαλεί «τουρκική».
Στην ανακοίνωσή του, το τουρκικό ΥΠΕΞ αναφέρεται επίσης στις εγγραφές στο 1ο Μειονοτικό Δημοτικό Σχολείο Ξάνθης, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα ακολουθεί συστηματικές πρακτικές που δυσχεραίνουν τη λειτουργία των μειονοτικών σχολείων. Παράλληλα, καλεί την Αθήνα να συμμορφωθεί, όπως αναφέρει, με αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων και συστάσεις ευρωπαϊκών θεσμών που αφορούν τα δικαιώματα της μειονότητας.
Από ελληνικής πλευράς επισημαίνεται ότι οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται αποκλειστικά με δημογραφικά και εκπαιδευτικά κριτήρια, όπως συμβαίνει σε όλες τις σχολικές μονάδες της χώρας, ενώ υπενθυμίζεται ότι η Συνθήκη της Λωζάνης αναγνωρίζει στη Θράκη μουσουλμανική θρησκευτική μειονότητα και όχι εθνική «τουρκική» μειονότητα, θέση που αποτελεί διαχρονικά τη βάση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

