Ισχυρό προβάδισμα Μητσοτάκη για την πρωθυπουργία – Δεύτερος ο Τσίπρας, υποχωρεί η Καρυστιανού – Κατακερματισμένη η αντιπολίτευση
Η τελευταία δημοσκόπηση της Marc πριν από τις διακοπές του Αυγούστου, που έγινε για το Πρώτο Θέμα, καταγράφει μια πολιτική εικόνα σαφώς ευνοϊκότερη για τη Νέα Δημοκρατία, παρά τη σημαντική κοινωνική δυσαρέσκεια και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση.
Η ΝΔ παραμένει με μεγάλη διαφορά πρώτη δύναμη, ξεπερνά το 30% στην εκτίμηση ψήφου και διατηρεί απόσταση σχεδόν 14 μονάδων από το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, την ΕΛ.Α.Σ., που καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση. Το ΠΑΣΟΚ ακολουθεί στην τρίτη θέση, ενώ αισθητή είναι η υποχώρηση της Ελπίδας για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού.
Παράλληλα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί καθαρό προβάδισμα στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία, ενώ σχεδόν δύο στους τρεις πολίτες θεωρούν ότι η ΝΔ θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε πανελλαδικά από τις 20 έως τις 23 Ιουλίου σε δείγμα 1.178 ψηφοφόρων, με μέγιστο στατιστικό σφάλμα ±2,9%. Ως εκ τούτου, οι μικρές μεταβολές από την προηγούμενη μέτρηση θα πρέπει να αντιμετωπίζονται κυρίως ως ενδείξεις τάσης.
Πάνω από το 30% η ΝΔ
Στην εκτίμηση ψήφου, η Νέα Δημοκρατία καταγράφεται στο 30,8%, με το εύρος της εκτίμησης να διαμορφώνεται μεταξύ 28,3% και 33,3%.
Η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα ακολουθεί με 16,8%, ενώ το ΠΑΣΟΚ περιορίζεται στο 11%. Η διαφορά ανάμεσα στη ΝΔ και τη δεύτερη δύναμη παραμένει, επομένως, ιδιαίτερα μεγάλη.
Και η πρόθεση ψήφου έχεις ως εξής:
Η ΝΔ εξακολουθεί να διαθέτει έναν συμπαγή εκλογικό πυρήνα και να εμφανίζεται ως η μοναδική πολιτική δύναμη με χαρακτηριστικά μεγάλου κόμματος εξουσίας. Ωστόσο, το ποσοστό της απέχει σημαντικά από τα επίπεδα του 2023 και δεν εξασφαλίζει αυτοδυναμία.
Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της κυβέρνησης είναι ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν έχει μετατραπεί σε ενιαία πολιτική δύναμη. Οι ψηφοφόροι που επιθυμούν αλλαγή κατευθύνονται σε διαφορετικά κόμματα, με αποτέλεσμα το αντικυβερνητικό ρεύμα να παραμένει κατακερματισμένο.
Ο Τσίπρας δεύτερος – Πρόβλημα για το ΠΑΣΟΚ
Η δεύτερη θέση της ΕΛ.Α.Σ. με 16,8% αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της μέτρησης. Το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα έχει πλέον σαφές προβάδισμα έναντι του ΠΑΣΟΚ, χωρίς όμως να εμφανίζει ακόμη δυναμική άμεσης διεκδίκησης της εξουσίας.
Για το ΠΑΣΟΚ, το 11% αποτελεί σοβαρό πολιτικό πρόβλημα. Το κόμμα παραμένει τρίτο, περίπου έξι μονάδες πίσω από την ΕΛ.Α.Σ. και σχεδόν 20 μονάδες πίσω από τη ΝΔ. Δεν φαίνεται, συνεπώς, να μπορεί μέχρι στιγμής να κεφαλαιοποιήσει ούτε την κυβερνητική φθορά ούτε το κοινωνικό αίτημα για αλλαγή.
Υποχωρεί η Καρυστιανού
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πτώση της Ελπίδας για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού.
Το κόμμα υποχωρεί από το 10,5% στο 7,4%, χάνοντας 3,1 μονάδες μέσα σε έναν μήνα και πέφτοντας στην πέμπτη θέση, κάτω από την Ελληνική Λύση.
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αρνητική μεταβολή μεταξύ των κομμάτων της μέτρησης και αποτελεί ένδειξη ότι η αρχική δημοσκοπική δυναμική του σχηματισμού δεν συνεχίζεται με την ίδια ένταση.
Παρά την υποχώρηση, το κόμμα εξακολουθεί να βρίσκεται αρκετά πάνω από το εκλογικό όριο. Ωστόσο, η μετατροπή της κοινωνικής και ηθικής διαμαρτυρίας σε ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση αποτελεί πλέον το μεγάλο στοίχημα για την περαιτέρω πορεία του.
Η ηλικιακή αδυναμία της ΝΔ
Η δημοσκόπηση αποκαλύπτει μια έντονη ηλικιακή διαφοροποίηση στη δύναμη της ΝΔ.
Στους ψηφοφόρους άνω των 65 ετών η ΝΔ φτάνει το 45,6%, ενώ περιορίζεται στο 20,5% στις ηλικίες 17-44 και στο 22,6% στις ηλικίες 45-64.
Η εικόνα αυτή αποτελεί σαφή στρατηγική προειδοποίηση για το Μέγαρο Μαξίμου. Η κυβέρνηση διαθέτει ισχυρότερη επιρροή στις μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά δυσκολεύεται να διεισδύσει στις νεότερες γενιές και στα νοικοκυριά των παραγωγικών ηλικιών.
Σταθερή η κομματική βάση της ΝΔ
Παρά τις απώλειες από το 2023, οι σημερινοί ψηφοφόροι της ΝΔ εμφανίζονται ιδιαίτερα σταθεροί στην επιλογή τους.
Το 70,1% δηλώνει «πολύ σίγουρο» για την ψήφο του και το 18,7% «αρκετά σίγουρο». Συνολικά, σχεδόν εννέα στους δέκα ψηφοφόρους της εμφανίζονται σταθεροί.
Η ΝΔ διατηρεί το 67,9% των ψηφοφόρων που την είχαν επιλέξει στις εκλογές του 2023. Οι απώλειες κατευθύνονται κυρίως προς κόμματα δεξιότερα της ΝΔ, ενώ σημαντικό τμήμα των παλαιών ψηφοφόρων παραμένει αναποφάσιστο.
Το μεγάλο στοίχημα για την κυβέρνηση είναι επομένως διπλό: να επαναπατρίσει ψηφοφόρους προς τα δεξιά της χωρίς να χάσει την επιρροή της στο Κέντρο.
Η αδιευκρίνιστη ψήφος παραμένει κρίσιμη
Οι αναποφάσιστοι περιορίζονται στο 10,8%, από 11,2% στην προηγούμενη μέτρηση. Μαζί με όσους δηλώνουν άκυρο/λευκό ή αποχή, η ευρύτερη ζώνη της αδιευκρίνιστης ψήφου φτάνει το 11,6%.
Το ποσοστό αυτό δεν αρκεί για να αμφισβητήσει την πρωτιά της ΝΔ, μπορεί όμως να επηρεάσει σημαντικά την τελική εικόνα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την είσοδο μικρότερων κομμάτων στη Βουλή και τις προϋποθέσεις σχηματισμού κυβέρνησης.
Ιδιαίτερα υψηλή είναι η αδιευκρίνιστη ψήφος στο Κέντρο, όπου φτάνει το 30,7%, ενώ μεταξύ όσων δεν έχουν ιδεολογική ταύτιση αγγίζει το 20,7%.
Οι περισσότεροι θέλουν αλλαγή, αλλά δεν βλέπουν εναλλακτική κυβέρνηση
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα είναι ότι 54% των πολιτών δηλώνει πως προτιμά πολιτική αλλαγή με άλλα κόμματα στην κυβέρνηση, έναντι 41,1% που προτάσσει την πολιτική συνέχεια και σταθερότητα.
Το αποτέλεσμα αυτό είναι δυσμενές για την κυβέρνηση, καθώς δείχνει ότι υπάρχει σαφής κοινωνική κόπωση ύστερα από μακρά περίοδο διακυβέρνησης.
Ωστόσο, η επιθυμία για αλλαγή δεν μετατρέπεται σε ενιαία εκλογική επιλογή. Η αντιπολιτευτική ψήφος παραμένει κατακερματισμένη μεταξύ πολλών κομμάτων και πολιτικών αρχηγών, γεγονός που εξακολουθεί να ευνοεί τη ΝΔ.
Εκλογές το φθινόπωρο ή το 2027;
Η κοινή γνώμη εμφανίζεται σχεδόν διχασμένη ως προς το πότε θα ήθελε εκλογές.
Το 44,9% προτιμά πρόωρες κάλπες τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο, ενώ 43,7% επιθυμεί εκλογές προς το τέλος της τετραετίας, την άνοιξη του 2027.
Ωστόσο, όταν η ερώτηση μετατρέπεται από το «τι θέλουν» στο «τι πιστεύουν ότι θα συμβεί», η εικόνα αλλάζει. Το 52,3% εκτιμά ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν στο τέλος της τετραετίας, έναντι 43% που προβλέπει φθινοπωρινές κάλπες.
Με άλλα λόγια, περισσότεροι πολίτες επιθυμούν πρόωρες εκλογές απ’ όσους θεωρούν ότι αυτές θα πραγματοποιηθούν.
Μητσοτάκης με μεγάλη διαφορά στην πρωθυπουργία
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να προηγείται καθαρά στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός, συγκεντρώνοντας 31%, έναντι 15,2% του Αλέξη Τσίπρα.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης περιορίζεται στο 5,8%, ενώ οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί κινούνται κάτω από το 6%.
Το προβάδισμα του πρωθυπουργού είναι ακόμη μεγαλύτερο μεταξύ των πολιτών άνω των 65 ετών, όπου φτάνει το 50,3%, ενώ στις ηλικίες 17-44 περιορίζεται στο 22%.
Παράλληλα, ο κ. Μητσοτάκης διατηρεί σημαντική επιρροή πέρα από την αυστηρή κομματική βάση της ΝΔ, καθώς συγκεντρώνει 29,1% στον χώρο του Κέντρου.
Παράσταση νίκης: σχεδόν δύο στους τρεις βλέπουν ΝΔ
Στην παράσταση νίκης, το 65,6% θεωρεί ότι η Νέα Δημοκρατία θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές.
Το 18,8% εκτιμά ότι η ΝΔ θα επικρατήσει με αυτοδυναμία, ενώ 46,8% προβλέπει νίκη χωρίς αυτοδυναμία.
Μόλις 3,7% θεωρεί ότι θα κερδίσει το ΠΑΣΟΚ, 8,6% την ΕΛ.Α.Σ. και 3,9% την Ελπίδα για τη Δημοκρατία.
Η διαφορά ανάμεσα στην εκτίμηση ψήφου και στην παράσταση νίκης είναι ενδεικτική: η ΝΔ συγκεντρώνει περίπου 31% στην εκτίμηση ψήφου, αλλά σχεδόν 66% των πολιτών θεωρεί ότι θα κερδίσει τις εκλογές.
Η πρωτιά της θεωρείται, επομένως, πολύ πιο πιθανή από την αυτοδυναμία.
Αρνητική η αξιολόγηση κυβέρνησης και πρωθυπουργού
Παρά την πολιτική υπεροχή της ΝΔ, η κοινωνική αξιολόγηση της κυβέρνησης παραμένει αρνητική.
Το 35,6% αξιολογεί θετικά ή μάλλον θετικά την κυβέρνηση, ενώ 63,7% την αξιολογεί αρνητικά ή μάλλον αρνητικά.
Παρόμοια είναι η εικόνα για τον πρωθυπουργό: 35,9% θετικές και 63,3% αρνητικές αξιολογήσεις.
Το στοιχείο αυτό αποτελεί το σημαντικότερο αντίβαρο στη δημοσκοπική υπεροχή της ΝΔ. Η κυβέρνηση δεν διαθέτει κοινωνική πλειοψηφία, αλλά ταυτόχρονα δεν υπάρχει αντίπαλος που να μπορεί να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε ενιαία πολιτική δυναμική.
Η αντιπολίτευση εξακολουθεί να μην πείθει
Στο ερώτημα ποιο κόμμα ασκεί την πιο ουσιαστική αντιπολίτευση, το 38,9% απαντά «κανένα ιδιαίτερα».
Το ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνει 14,5%, η ΕΛ.Α.Σ. 11,6%, η Ελληνική Λύση 7,4% και η Πλεύση Ελευθερίας 7,3%.
Το εύρημα επιβεβαιώνει ότι δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί ένας ισχυρός και ενιαίος αντιπολιτευτικός πόλος. Ακόμη και μεταξύ των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, λιγότεροι από τους μισούς θεωρούν ότι το κόμμα τους ασκεί την πιο ουσιαστική αντιπολίτευση.
Το πιθανό κόμμα Σαμαρά
Στην πολιτική εξίσωση του φθινοπώρου ενδέχεται να προστεθεί και η συζήτηση για πιθανή πολιτική κίνηση του Αντώνη Σαμαρά.
Καθώς ένας τέτοιος σχηματισμός δεν έχει ανακοινωθεί επισήμως και δεν περιλαμβάνεται στη συγκεκριμένη δημοσκόπηση, δεν μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν συγκεκριμένο εκλογικό ποσοστό.
Η ενδεχόμενη δημιουργία του, ωστόσο, θα μπορούσε να επηρεάσει κυρίως τη συσπείρωση της ΝΔ, καθώς θα απευθυνόταν σε τμήματα της παραδοσιακής δεξιάς βάσης και σε ψηφοφόρους που σήμερα κατευθύνονται προς μικρότερα κόμματα δεξιότερα της κυβέρνησης ή παραμένουν αναποφάσιστοι.
Το συμπέρασμα πριν από τις διακοπές
Η δημοσκόπηση της Marc αφήνει τη Νέα Δημοκρατία σε σαφώς ισχυρότερη θέση από κάθε αντίπαλό της.
Η κυβέρνηση διατηρεί μεγάλη διαφορά από τη δεύτερη δύναμη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει με διαφορά ο επικρατέστερος για την πρωθυπουργία και η ΝΔ κυριαρχεί στην παράσταση νίκης.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι χωρίς προειδοποιητικά μηνύματα. Η πλειοψηφία αξιολογεί αρνητικά κυβέρνηση και πρωθυπουργό, το 54% ζητά πολιτική αλλαγή, ενώ η ΝΔ εμφανίζει σημαντικό έλλειμμα στις νεότερες και παραγωγικές ηλικίες.
Το βασικό πλεονέκτημα του κυβερνώντος κόμματος είναι ότι η δυσαρέσκεια παραμένει πολυδιασπασμένη και δεν έχει αποκτήσει ενιαία πολιτική έκφραση.
Έτσι, το βασικό ερώτημα του φθινοπώρου δεν θα είναι τόσο αν η ΝΔ παραμένει πρώτη – κάτι που η συγκεκριμένη μέτρηση εμφανίζει ως ιδιαίτερα πιθανό – αλλά αν θα μπορέσει να μετατρέψει την πρωτιά της σε δυναμική για μια νέα κυβερνητική εντολή.
Και σε αυτή την εξίσωση, η ηλικιακή της αδυναμία, η κοινωνική απαίτηση για αλλαγή, η αδιευκρίνιστη ψήφος και πιθανές νέες πολιτικές κινήσεις στον χώρο της δεξιάς θα αποτελέσουν τους κρίσιμους παράγοντες.

