Από αρχηγός του ισραηλινού στρατού σε βασικό αντίπαλο του Νετανιάχου – Το προσωπικό δράμα, η κοινωνική άνοδος και το μήνυμα «ηρεμίας» προς τους ψηφοφόρους
Ο Βενιαμίν Νετανιάχου έχει περάσει μεγάλο μέρος της πολιτικής του ζωής γνωρίζοντας πώς να επιβιώνει από κρίσεις, εκλογικές αναμετρήσεις και πολιτικούς αντιπάλους. Αυτή τη φορά, όμως, απέναντί του βρίσκεται ένας άνθρωπος που γνωρίζει εξίσου καλά το Ισραήλ — απλώς από διαφορετική πλευρά.
Ο Γκαντί Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του ισραηλινού Γενικού Επιτελείου και επικεφαλής του νεοσύστατου κεντρώου κόμματος «Γιασάρ!» («Ευθύς!»), εξελίσσεται σε έναν από τους σοβαρότερους αντιπάλους του Νετανιάχου ενόψει των εκλογών της 27ης Οκτωβρίου.
Και αυτή τη στιγμή έχει έναν λόγο να χαμογελά.
Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της Maariv, το «Γιασάρ!» καταγράφει 26 έδρες, έναντι μόλις 20 για το Λικούντ, ενώ σε άλλη πρόσφατη μέτρηση το κόμμα του Άιζενκοτ προηγείται με 23 έναντι 21.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο Άιζενκοτ ενισχύεται και στο ερώτημα ποιος θεωρείται καταλληλότερος για πρωθυπουργός. Σε δημοσκόπηση που διεξήχθη στις 19-20 Αυγούστου, συγκέντρωσε 52% έναντι 38% του Νετανιάχου.
Η μάχη, φυσικά, μόλις τώρα αρχίζει.
Ο άνθρωπος που υπόσχεται μια διαφορετική πολιτική
Ο Άιζενκοτ επιχειρεί να εκφράσει την κόπωση ενός τμήματος της ισραηλινής κοινωνίας από τον διαρκή πολιτικό και στρατιωτικό συναγερμό.
Το μήνυμά του δεν είναι αυτό της ρήξης με την ασφάλεια ή της εγκατάλειψης της σκληρής γραμμής. Είναι περισσότερο ένα μήνυμα τάξης, ευθύνης και επιστροφής στην κανονικότητα.
Για πολλούς ψηφοφόρους, αυτό μπορεί να είναι σημαντικό.
«Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία όπου, μετά από έναν χαρισματικό και κυρίαρχο ηγέτη, οι άνθρωποι επιλέγουν σκόπιμα κάποιον λιγότερο χαρισματικό επειδή απλώς θέλουν ηρεμία και γαλήνη», έχει σχολιάσει ο πρώην Ισραηλινός διπλωμάτης Σάι Μπαζάκ.
Και αυτό ακριβώς είναι το πολιτικό κεφάλαιο που επιχειρεί να αξιοποιήσει ο Άιζενκοτ.
Δεν εμφανίζεται ως επαναστάτης. Εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που μπορεί να ξαναβάλει το τιμόνι σε μια χώρα που έχει περάσει σχεδόν τρία χρόνια μέσα στον πόλεμο.
Από τη Γκολάνι στην κορυφή του στρατεύματος
Η προσωπική του ιστορία ενισχύει αυτή την εικόνα.
Γιος Εβραίων μεταναστών από το Μαρόκο, ο Άιζενκοτ γεννήθηκε στην Τιβεριάδα και μεγάλωσε στο Εϊλάτ. Δεν προέρχεται από την πολιτική ή οικονομική ελίτ του Ισραήλ.
Αντίθετα, η καριέρα του χτίστηκε μέσα στον στρατό.
Ξεκίνησε ως αξιωματικός της περίφημης Ταξιαρχίας Γκολάνι και σταδιακά ανέβηκε μέχρι την κορυφή της ιεραρχίας, καταλήγοντας αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων.
Και υπάρχει μια ειρωνεία στην ιστορία του: τον διορισμό του ως αρχηγού του στρατού υπέγραψε ο ίδιος ο Νετανιάχου.
Σήμερα, ο άνθρωπος που κάποτε τον επέλεξε για την κορυφαία στρατιωτική θέση της χώρας επιχειρεί να του πάρει την πρωθυπουργία.
Η 7η Οκτωβρίου και η σύγκρουση με τον Νετανιάχου
Η προεκλογική αντιπαράθεση έχει ως επίκεντρο, αναπόφευκτα, την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τις αποτυχίες που προηγήθηκαν.
Ο Άιζενκοτ ζητά τη δημιουργία ανεξάρτητης κρατικής επιτροπής έρευνας για να εξεταστούν οι ευθύνες του στρατού, των υπηρεσιών πληροφοριών και της πολιτικής ηγεσίας.
Και αυτό σημαίνει ότι η έρευνα θα μπορούσε να φτάσει μέχρι τον ίδιο τον πρωθυπουργό.
Ο Νετανιάχου, από την πλευρά του, επιχειρεί να μετατρέψει το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του αντιπάλου του —τη στρατιωτική του εμπειρία— σε αδυναμία.
«Ο Άιζενκοτ ήθελε να παραδοθεί. Ο Νετανιάχου πολεμά!» έχει δηλώσει ο πρωθυπουργός σε προεκλογικό μήνυμα.
Ο Άιζενκοτ απαντά ουσιαστικά με το αντίθετο επιχείρημα: η ασφάλεια δεν μετριέται μόνο με το πόσο καιρό συνεχίζεται ένας πόλεμος, αλλά και με το αν η χώρα ήταν προετοιμασμένη για την επόμενη ημέρα.
Το προσωπικό δράμα που δεν χρειάζεται να γίνει προεκλογικό σύνθημα
Υπάρχει, όμως, και μια πολύ πιο προσωπική διάσταση στην ιστορία του.
Στις 7 Δεκεμβρίου 2023, ο γιος του, Γκαλ Μάιρ, 25 ετών, σκοτώθηκε στη Γάζα κατά τη διάρκεια στρατιωτικής επιχείρησης.
Δύο ανιψιοί του Άιζενκοτ σκοτώθηκαν επίσης στον πόλεμο.
Ο ίδιος δεν έχει μετατρέψει την οικογενειακή του τραγωδία σε προεκλογικό όπλο. Ωστόσο, η ιστορία είναι γνωστή στους Ισραηλινούς και αποτελεί ένα ισχυρό, έστω και άτυπο, στοιχείο της δημόσιας εικόνας του.
Για πολλούς, ο Άιζενκοτ δεν είναι απλώς ένας στρατηγός που μιλά για τον πόλεμο. Είναι ένας πατέρας που έχασε το παιδί του στον ίδιο πόλεμο.
Και αυτό δημιουργεί μια διαφορετική σχέση με τους ψηφοφόρους.
Η αντίθεση με την οικογένεια Νετανιάχου
Η σύγκριση με τον Νετανιάχου γίνεται ακόμη πιο έντονη εξαιτίας του γιου του πρωθυπουργού, Γιαΐρ.
Ενώ το Ισραήλ κινητοποίησε περίπου 360.000 εφέδρους μετά την επίθεση της Χαμάς, ο Γιαΐρ Νετανιάχου παρέμεινε στις Ηνωμένες Πολιτείες, προκαλώντας έντονη κριτική.
Ο πρωθυπουργός έχει υπερασπιστεί τον γιο του, υποστηρίζοντας ότι προσέφερε εθελοντική βοήθεια στις ΗΠΑ και συνέβαλε στην προμήθεια εξοπλισμού για τον ισραηλινό στρατό και τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.
Πολιτικά, ωστόσο, η αντίθεση είναι δύσκολο να αγνοηθεί.
Από τη μία πλευρά, ένας πρωθυπουργός που έχει κυριαρχήσει στην ισραηλινή πολιτική για χρόνια.
Από την άλλη, ένας πρώην αρχηγός του στρατού του οποίου ο γιος σκοτώθηκε στη Γάζα.
Ο «νέος Ράμπιν»;
Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένοι αναλυτές βλέπουν στον Άιζενκοτ στοιχεία που θυμίζουν τον Γιτζάκ Ράμπιν.
Και ο Ράμπιν είχε υπάρξει αρχηγός του ισραηλινού στρατού πριν περάσει στην πολιτική και γίνει πρωθυπουργός. Η στρατιωτική του εικόνα, σε συνδυασμό με την πιο μετριοπαθή πολιτική του προσέγγιση, τον είχε καταστήσει μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της σύγχρονης ισραηλινής ιστορίας.
Η σύγκριση, ωστόσο, έχει τα όριά της.
Πολλοί πρώην αρχηγοί του ισραηλινού στρατού προσπάθησαν να μεταφέρουν το κύρος τους από το στρατιωτικό πεδίο στην πολιτική. Λίγοι τα κατάφεραν.
Ο Εχούντ Μπαράκ έγινε πρωθυπουργός, αλλά η κυβέρνηση του κατέρρευσε γρήγορα. Ο Μπένι Γκαντς, ένας ακόμη πρώην αρχηγός του στρατού που κάποτε θεωρούνταν ο μεγάλος αντίπαλος του Νετανιάχου, είδε τη δική του πολιτική επιρροή να συρρικνώνεται.
Για τον στρατιωτικό ιστορικό Ντάνι Όρμπαχ, η εξήγηση είναι απλή: ο στρατός και η πολιτική λειτουργούν με διαφορετικούς κανόνες.
Στον στρατό υπάρχει ιεραρχία. Στην πολιτική υπάρχουν συμβιβασμοί, συμμαχίες και —κυρίως— ψηφοφόροι που μπορούν να αλλάξουν γνώμη.
Η πραγματική μάχη μόλις τώρα αρχίζει
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Άιζενκοτ έχει καταφέρει κάτι που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε δύσκολο: να μετατρέψει το «Γιασάρ!» σε έναν από τους βασικούς πόλους της ισραηλινής πολιτικής.
Αλλά οι αριθμοί δεν δίνουν από μόνοι τους την πρωθυπουργία.
Το Ισραήλ κυβερνάται μέσω συνασπισμών και για την εξασφάλιση πλειοψηφίας στη 120μελή Κνεσέτ απαιτούνται 61 έδρες. Οι πρόσφατες μετρήσεις δείχνουν ότι ούτε το μπλοκ του Νετανιάχου ούτε το αντίπαλο στρατόπεδο έχει ακόμη εξασφαλίσει έναν εύκολο δρόμο προς την πλειοψηφία.
Και αυτό σημαίνει ότι, ακόμη κι αν ο Άιζενκοτ κερδίσει την πρώτη θέση, θα χρειαστεί να κάνει αυτό που ένας στρατηγός δεν κάνει συνήθως στο πεδίο της μάχης: να διαπραγματευτεί.
Οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου θα δείξουν αν το Ισραήλ θέλει ακόμη έναν ισχυρό, γνώριμο ηγέτη στο πρόσωπο του Νετανιάχου ή αν είναι έτοιμο να δοκιμάσει έναν διαφορετικό τύπο ηγεσίας — έναν πρώην στρατηγό που υπόσχεται λιγότερη πολιτική ένταση, περισσότερη λογοδοσία και μια νέα αρχή.
Και, για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, ο Νετανιάχου έχει απέναντί του έναν αντίπαλο που δεν μοιάζει καθόλου εύκολο να αγνοηθεί.

