Θεσσαλονίκη και Ηράκλειο καταγράφουν ισχυρή ανάπτυξη στα καταλύματα – Αντίθετη η εικόνα για εστιατόρια και επιχειρήσεις εστίασης
Ισχυρή άνοδο κατέγραψε ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων καταλυμάτων στην Ελλάδα το δεύτερο τρίμηνο του 2026, την ώρα που ο κλάδος εστίασης κινήθηκε σε αντίθετη κατεύθυνση, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ).
Ο τζίρος των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στα καταλύματα ανήλθε σε €3,304 δισ., σημειώνοντας αύξηση 6,1% σε σχέση με τα €3,113 δισ. του δεύτερου τριμήνου του 2025.
Αντίθετα, ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων υπηρεσιών εστίασης υποχώρησε κατά 2,5%, στα €3,165 δισ., από €3,245 δισ. ένα χρόνο νωρίτερα.
Η εξέλιξη αποτυπώνει μια ολοένα πιο εμφανή διαφοροποίηση μεταξύ του τουριστικού κλάδου των καταλυμάτων και της κατανάλωσης σε εστιατόρια, καφέ και λοιπές επιχειρήσεις εστίασης.
Η Θεσσαλονίκη στην κορυφή της ανόδου στα καταλύματα
Μεταξύ των περιφερειακών ενοτήτων που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 1% του συνολικού κύκλου εργασιών των καταλυμάτων το 2025, η Θεσσαλονίκη κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026.
Ο κύκλος εργασιών των καταλυμάτων στην περιοχή αυξήθηκε κατά 13,8% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα €198,4 εκατ.
Σημαντική ήταν η άνοδος και στο Ηράκλειο, όπου ο τζίρος των καταλυμάτων αυξήθηκε κατά 12,2%, στα €325,9 εκατ., ενώ στη Ρόδο ενισχύθηκε κατά 3,8%, φτάνοντας τα €392,5 εκατ.
Η Χαλκιδική κατέγραψε αύξηση 2%, ενώ η Μύκονος ήταν η μοναδική περιοχή μεταξύ των μεγαλύτερων τουριστικών αγορών που παρουσίασε πτώση, με τον κύκλο εργασιών των καταλυμάτων να μειώνεται κατά 1,5%, περίπου στα €84 εκατ.
Ακόμη υψηλότερες ποσοστιαίες αυξήσεις καταγράφηκαν σε μικρότερες αγορές, με τη Λήμνο να καταγράφει άνοδο 25,6% και τη Σάμο 22,2%.
Πιέσεις στην εστίαση
Πολύ διαφορετική ήταν η εικόνα στον κλάδο των υπηρεσιών εστίασης, όπου ο τζίρος μειώθηκε σε αρκετούς από τους βασικούς τουριστικούς προορισμούς.
Μεταξύ των περιφερειακών ενοτήτων που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 1% του συνολικού τζίρου της εστίασης το 2025, η Αχαΐα κατέγραψε τη μεγαλύτερη πτώση, κατά 11,7%.
Στη Σαντορίνη (Θήρα) η μείωση ήταν οριακή, μόλις 0,2%, ενώ η Πάρος ήταν η περιοχή με τη μεγαλύτερη άνοδο μεταξύ αυτών των αγορών, καθώς ο κύκλος εργασιών της εστίασης αυξήθηκε κατά 6,1%, στα €34,4 εκατ.
Σε ορισμένες μικρότερες τουριστικές αγορές οι απώλειες ήταν ακόμη μεγαλύτερες. Στη Θάσο ο τζίρος της εστίασης μειώθηκε κατά 18,1%, ενώ στη Λέσβο κατά 15,2%.
Η αντίθεση στους μεγάλους τουριστικούς προορισμούς
Η διαφορετική πορεία καταλυμάτων και εστίασης αποτυπώνεται με χαρακτηριστικό τρόπο σε αρκετούς δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς.
Στο Ηράκλειο, ο κύκλος εργασιών των καταλυμάτων αυξήθηκε κατά 12,2%, ενώ της εστίασης μειώθηκε κατά 3,1%.
Στην Κω, τα καταλύματα κατέγραψαν αύξηση 4,6%, την ώρα που η εστίαση υποχώρησε κατά 6,9%.
Στη Ζάκυνθο, ο τζίρος των καταλυμάτων αυξήθηκε κατά 6,3%, ενώ εκείνος της εστίασης μειώθηκε κατά 5,2%.
Υπήρχαν, ωστόσο, και προορισμοί όπου η εστίαση κινήθηκε ανοδικά. Στη Ρόδο ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 1%, ενώ στο Ρέθυμνο και τα Χανιά σημειώθηκαν αυξήσεις 3,5% και 4%, αντίστοιχα.
Η βαρύτητα της Αττικής
Η Αττική εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη συνολική εικόνα των δύο κλάδων, καθώς το 2025 αντιπροσώπευε το 24,5% του συνολικού κύκλου εργασιών των καταλυμάτων και το 41% του τζίρου της εστίασης σε εθνικό επίπεδο.
Κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ο κύκλος εργασιών των καταλυμάτων στην Αττική αυξήθηκε κατά 5,6%, στα €865,9 εκατ.
Αντίθετα, ο τζίρος των επιχειρήσεων εστίασης μειώθηκε κατά 1,7%, διαμορφούμενος περίπου στα €1,328 δισ.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφουν έτσι μια σαφή διαφοροποίηση στην πορεία των δύο κλάδων: τα καταλύματα συνεχίζουν να ενισχύονται, ενώ η εστίαση αντιμετωπίζει μεγαλύτερες πιέσεις, ακόμη και σε περιοχές όπου η τουριστική δραστηριότητα εμφανίζεται ιδιαίτερα δυναμική.

