Ελλάδα και Ισραήλ υπογράφουν τη Δευτέρα τη μεγάλη συμφωνία για την αεράμυνα: Πάνω από 3 δισ. ευρώ το πρόγραμμα – Στόχος η πλήρης επιχειρησιακή ανάπτυξη σε 35 μήνες
Σημαντικό βήμα για την αναβάθμιση της ελληνικής αεράμυνας πραγματοποιείται τη Δευτέρα 31 Αυγούστου στο Τελ Αβίβ, όπου αναμένεται να πέσουν οι υπογραφές στις συμφωνίες για την υλοποίηση της «Ασπίδας του Αχιλλέα».
Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα εξοπλιστικά προγράμματα της Ελλάδας στο πλαίσιο της «Ατζέντας 2030», με συνολικό προϋπολογισμό που ξεπερνά τα 3 δισ. ευρώ και βασικό στόχο τη δημιουργία ενός σύγχρονου, πολυεπίπεδου δικτύου αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας.
Η νέα αρχιτεκτονική θα συνδυάζει διαφορετικά συστήματα και αισθητήρες, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει ένα ευρύ φάσμα απειλών, από drones και αεροσκάφη έως πυραύλους cruise και βαλλιστικούς πυραύλους.
Η συμφωνία Ελλάδας – Ισραήλ
Τις συμβάσεις αναμένεται να υπογράψουν η Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ) του υπουργείου Εθνικής Άμυνας και η SIBAT, η αρμόδια διεύθυνση του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας για τη διεθνή αμυντική συνεργασία.
Στο πρόγραμμα εμπλέκονται ισραηλινές αμυντικές εταιρείες και φορείς, με την ισραηλινή τεχνογνωσία να βρίσκεται στον πυρήνα της νέας ελληνικής αρχιτεκτονικής αεράμυνας.
Το πρόγραμμα είχε εγκριθεί από το ΚΥΣΕΑ στις 23 Ιουλίου 2026, ανοίγοντας τον δρόμο για την οριστικοποίηση των συμβάσεων.
Τρία επίπεδα προστασίας
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αφορά ένα μεμονωμένο οπλικό σύστημα, αλλά ένα ολοκληρωμένο δίκτυο διαφορετικών δυνατοτήτων.
Στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται συστήματα όπως το SPYDER της Rafael, το Barak MX της Israel Aerospace Industries και το David’s Sling, με διαφορετικές δυνατότητες και εμβέλειες.
Η λογική είναι κάθε επίπεδο να αναλαμβάνει διαφορετικό μέρος της αποστολής και όλα τα μέσα να συνδέονται μεταξύ τους μέσω συστημάτων διοίκησης και ελέγχου.
Παράλληλα, η νέα υποδομή θα πρέπει να συνεργάζεται με τα υφιστάμενα ελληνικά μέσα αεράμυνας, συμπεριλαμβανομένων των Patriot, δημιουργώντας ένα πιο ολοκληρωμένο πλέγμα προστασίας.
Η «μάχη» κατά των drones
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην αντιμετώπιση των μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Η εμπειρία από τις πρόσφατες πολεμικές συγκρούσεις έχει καταδείξει ότι τα drones μπορούν να χρησιμοποιηθούν μαζικά και σε συνδυασμό με πυραύλους και άλλα όπλα, δημιουργώντας κορεσμό στα παραδοσιακά συστήματα αεράμυνας.
Για τον λόγο αυτό, ο ελληνικός σχεδιασμός δεν περιορίζεται στην αντιπυραυλική άμυνα, αλλά προβλέπει ένα ευρύτερο πλέγμα δυνατοτήτων αντιμετώπισης εναέριων απειλών.
Σε 35 μήνες η πλήρης ανάπτυξη
Το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης είναι ιδιαίτερα απαιτητικό.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, η πλήρης επιχειρησιακή ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα» αναμένεται να ολοκληρωθεί σε 35 μήνες.
Η ανάπτυξη θα πραγματοποιηθεί σταδιακά, με τα επιμέρους συστήματα να παραδίδονται και να εντάσσονται στην επιχειρησιακή δομή σε διαφορετικές φάσεις.
Με αυτόν τον τρόπο, η Ελλάδα θα αρχίσει να αποκτά επιχειρησιακές δυνατότητες πριν από την ολοκλήρωση ολόκληρου του συστήματος.
Στο επίκεντρο η ελληνική αμυντική βιομηχανία
Παράλληλα με την απόκτηση των νέων δυνατοτήτων, ιδιαίτερη σημασία έχει δοθεί στη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.
Η Αθήνα έχει επιδιώξει σημαντικό ποσοστό βιομηχανικής συμμετοχής, ώστε ένα μέρος της οικονομικής αξίας του προγράμματος να επιστρέψει στην ελληνική οικονομία μέσω παραγωγής, τεχνογνωσίας, υποδομών και συνεργασιών.
Η συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων θεωρείται κρίσιμη και για την ανάπτυξη εγχώριων δυνατοτήτων στον τομέα των ηλεκτρονικών, των αισθητήρων, των συστημάτων διοίκησης και ελέγχου και της αντιμετώπισης μη επανδρωμένων απειλών.
Μια νέα εποχή για την ελληνική αεράμυνα
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί ουσιαστικά αλλαγή φιλοσοφίας για την ελληνική αεράμυνα.
Από τη λογική της λειτουργίας ξεχωριστών συστοιχιών και μέσων, ο σχεδιασμός περνά σε ένα διασυνδεδεμένο σύστημα πολλαπλών επιπέδων, όπου ραντάρ, αισθητήρες, κέντρα διοίκησης και οπλικά συστήματα θα μπορούν να λειτουργούν συντονισμένα.
Η συμφωνία με το Ισραήλ, εφόσον ολοκληρωθεί σύμφωνα με το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα, θα αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα βήματα του ελληνικού αμυντικού σχεδιασμού των επόμενων ετών, ενισχύοντας την ικανότητα της χώρας να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα διαφορετικές και ολοένα πιο σύνθετες εναέριες απειλές.

