Ελλάδα και Ισραήλ υπέγραψαν στο Τελ Αβίβ τη συμφωνία για ένα πολυεπίπεδο σύστημα αντιαεροπορικής, αντιβαλλιστικής και αντι-drone προστασίας – Στα 3,035 δισ. ευρώ ο προϋπολογισμός, με πλήρη ανάπτυξη έως τον Ιούλιο του 2029
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» περνά πλέον από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση. Ελλάδα και Ισραήλ υπέγραψαν σήμερα, Δευτέρα 31 Αυγούστου, στο Τελ Αβίβ τη διακρατική συμφωνία για τη δημιουργία του νέου ελληνικού αμυντικού Θόλου, ενός ολοκληρωμένου συστήματος που φιλοδοξεί να αλλάξει ριζικά την αρχιτεκτονική της ελληνικής αεράμυνας.
Η συμφωνία, συνολικού ύψους περίπου 3,035 δισ. ευρώ, αποτελεί τη μεγαλύτερη αμυντική εξαγωγική συμφωνία στην ιστορία των σχέσεων Ελλάδας και Ισραήλ και μία από τις μεγαλύτερες που έχει υπογράψει ποτέ το Ισραήλ.
Εκ μέρους της Ελλάδας υπέγραψε ο Γενικός Διευθυντής Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων, υποστράτηγος Ιωάννης Μπούρας, ενώ από την ισραηλινή πλευρά υπέγραψε ο γενικός διευθυντής του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας, υποστράτηγος ε.α. Amir Baram. Η συμφωνία προβλέπει την άμεση έναρξη της υλοποίησης του προγράμματος.
Ένα ενιαίο «τείχος» απέναντι σε πυραύλους και drones
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αποτελεί την αγορά ενός μεμονωμένου οπλικού συστήματος. Πρόκειται για μια πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική αεράμυνας, αντιβαλλιστικής προστασίας και αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών, στην οποία διαφορετικά συστήματα θα λειτουργούν μέσα από ένα ενιαίο δίκτυο διοίκησης και ελέγχου.
Στον βασικό πυρήνα του προγράμματος περιλαμβάνονται:
- το David’s Sling, για την αντιμετώπιση βαλλιστικών και άλλων προηγμένων απειλών,
- το BARAK MX της Israel Aerospace Industries (IAI),
- το SPYDER της Rafael,
- τα πολυλειτουργικά ραντάρ MMR της ELTA Systems, θυγατρικής της IAI,
- και ένα νέο εθνικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου (C2), το οποίο θα ενοποιεί τις διαφορετικές δυνατότητες της ελληνικής αεράμυνας.
Παράλληλα, Ελλάδα και Ισραήλ υπέγραψαν συμπληρωματική συμφωνία ύψους 26 εκατ. ευρώ για την προμήθεια συστημάτων Drone Dome της Rafael, με στόχο την προστασία στρατηγικών εγκαταστάσεων από UAV και drones.
Η φιλοσοφία του Θόλου είναι ακριβώς αυτή: διαφορετικά μέσα, διαφορετικές εμβέλειες και διαφορετικές δυνατότητες να λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύστημα, με κοινή επιχειρησιακή εικόνα και κεντρικό συντονισμό.
Η μεγάλη αλλαγή: από τα μεμονωμένα συστήματα στη δικτυοκεντρική άμυνα
Η σημασία του προγράμματος δεν περιορίζεται στις νέες συστοιχίες πυραύλων ή στα ραντάρ. Το μεγάλο στοίχημα είναι η δημιουργία μιας ενιαίας αρχιτεκτονικής αεράμυνας, στην οποία οι αισθητήρες θα εντοπίζουν την απειλή, το σύστημα διοίκησης θα την αξιολογεί και θα επιλέγει το κατάλληλο μέσο αναχαίτισης.
Η νέα λογική εντάσσεται στη συνολική μεταρρύθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων στο πλαίσιο της «Ατζέντας 2030», με έμφαση στη δικτύωση, στα μη επανδρωμένα συστήματα, στις νέες τεχνολογίες, στις δορυφορικές επικοινωνίες και στην αντιμετώπιση των σύγχρονων μορφών πολέμου.
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας έχει χαρακτηρίσει την αλλαγή αυτή αναγκαία, επισημαίνοντας ότι οι σύγχρονες συγκρούσεις έχουν μεταβάλει δραστικά τα δεδομένα της άμυνας και της αποτροπής. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί κεντρικό κομμάτι αυτής της νέας φιλοσοφίας.
Ελληνική συμμετοχή και αμυντική βιομηχανία
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η βιομηχανική διάσταση του προγράμματος. Η συμφωνία Ελλάδας και Ισραήλ προβλέπει διεύρυνση της αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας, με μεταφορά τεχνογνωσίας και τεχνολογίας προς την ελληνική αμυντική βιομηχανία.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που είχε προηγηθεί της τελικής συμφωνίας, σημαντικό μέρος του προγράμματος θα έχει ελληνικό βιομηχανικό αποτύπωμα. Στόχος είναι η συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων όχι μόνο στην παραγωγή και υποστήριξη επιμέρους συστημάτων, αλλά και στην ανάπτυξη τεχνολογικών δυνατοτήτων που θα παραμείνουν στη χώρα.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για την ανασυγκρότηση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, καθώς η Αθήνα επιχειρεί να μετατρέψει τις μεγάλες αμυντικές δαπάνες σε επένδυση σε εγχώρια τεχνογνωσία, παραγωγή και έρευνα.
Από τις διαπραγματεύσεις στην υπογραφή
Η πορεία προς τη σημερινή συμφωνία ήταν μακρά. Η Ελλάδα είχε εκφράσει ενδιαφέρον για την απόκτηση ισραηλινών συστημάτων αεράμυνας ήδη από το 2024, ενώ στα τέλη του 2025 ξεκίνησε η επίσημη φάση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της ΓΔΑΕΕ και της ισραηλινής SIBAT.
Στις 23 Ιουλίου 2026 το ΚΥΣΕΑ ενέκρινε το πρόγραμμα στο πλαίσιο του ευρύτερου σχεδιασμού εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ακολούθησαν οι τελευταίες διοικητικές και νομικές διαδικασίες και, μετά την ολοκλήρωση των απαιτούμενων εγκρίσεων, οι δύο πλευρές έφτασαν σήμερα στην υπογραφή της διακρατικής συμφωνίας.
Πλέον ξεκινά η φάση της υλοποίησης, με την πλήρη ανάπτυξη του συστήματος να προβλέπεται έως τον Ιούλιο του 2029.
Ένα νέο κεφάλαιο στην ελληνοϊσραηλινή αμυντική συνεργασία
Για το Ισραήλ, η συμφωνία αποτελεί ιστορικό ορόσημο στις αμυντικές εξαγωγές του και ακόμη μία ένδειξη του βάθους της στρατηγικής συνεργασίας με την Ελλάδα.
Για την Αθήνα, όμως, η σημασία της «Ασπίδας του Αχιλλέα» είναι ευρύτερη. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η προσθήκη νέων πυραύλων και ραντάρ στο ελληνικό οπλοστάσιο, αλλά η δημιουργία ενός ενιαίου εθνικού συστήματος αεράμυνας, ικανού να αντιμετωπίζει ένα πολύ διαφορετικό φάσμα απειλών.
Σε μια περίοδο κατά την οποία τα drones, οι βαλλιστικοί πύραυλοι, οι επιθέσεις κορεσμού και οι νέες τεχνολογίες αλλάζουν τα δεδομένα στο πεδίο των επιχειρήσεων, η Ελλάδα επιχειρεί να περάσει σε μια διαφορετική εποχή αεράμυνας.
Και το πραγματικό στοίχημα της «Ασπίδας του Αχιλλέα» θα κριθεί όχι μόνο από τον αριθμό των συστημάτων που θα εγκατασταθούν, αλλά από το κατά πόσο αυτά θα λειτουργούν ως ένας ενιαίος, δικτυοκεντρικός και διαρκώς εξελισσόμενος αμυντικός μηχανισμός.

