Ο σεβασμός στην αυθεντία, η ανάγκη για ελπίδα και οι μεγάλες υποσχέσεις που μας κάνουν να ξεχνάμε την πιο απλή ερώτηση: «Ποια ακριβώς είναι τα προσόντα σας;»
Η υπόθεση του αιφνίδιου θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη και όσα διερευνώνται για τη λειτουργία του ιατρείου όπου υποβλήθηκε σε πλασμαφαίρεση έφεραν στην επιφάνεια ένα ερώτημα που αφορά όλους μας: Γιατί σπάνια ζητάμε από έναν επαγγελματία Υγείας να μας αποδείξει ότι διαθέτει την κατάλληλη ειδικότητα και την απαιτούμενη εμπειρία;
Πριν αγοράσουμε ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, ελέγχουμε το ιστορικό του. Πριν εμπιστευθούμε τις οικονομίες μας, ρωτάμε για αποδόσεις, χρεώσεις και εγγυήσεις. Όταν, όμως, πρόκειται για την υγεία μας, συχνά αρκούμαστε σε μια λευκή ποδιά, έναν εντυπωσιακό τίτλο, ένα πολυτελές γραφείο ή τη σύσταση κάποιου γνωστού.
Δεν συμβαίνει επειδή είμαστε αφελείς. Συμβαίνει επειδή, όταν φοβόμαστε, σκεφτόμαστε διαφορετικά.
Μάθαμε να μην αμφισβητούμε τον γιατρό
Οι περισσότεροι μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι ο γιατρός είναι πρόσωπο κύρους. Τον ακούμε, τον σεβόμαστε και δεν τον φέρνουμε σε δύσκολη θέση με πολλές ερωτήσεις. Ακόμη και η φράση «ο γιατρός ξέρει» αποτυπώνει μια ολόκληρη κοινωνική παράδοση.
Αυτός ο σεβασμός έχει λογική βάση. Κανένας ασθενής δεν μπορεί να αποκτήσει μέσα σε λίγα λεπτά τις γνώσεις που χρειάστηκαν χρόνια σπουδών και πρακτικής για να αποκτήσει ένας επιστήμονας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν συγχέουμε τον σεβασμό με την άνευ όρων υπακοή.
Αισθανόμαστε συχνά ότι, αν ρωτήσουμε «ποια είναι η ειδικότητά σας;», «έχετε άδεια για αυτή την πράξη;» ή «πού έχει δημοσιευτεί αυτή η μέθοδος;», θα φανούμε αγενείς ή καχύποπτοι. Ένας σωστός επαγγελματίας, όμως, δεν προσβάλλεται από αυτές τις ερωτήσεις. Αντίθετα, οφείλει να τις περιμένει.
Όταν φοβόμαστε, δεν αναζητούμε μόνο θεραπεία – αναζητούμε ελπίδα
Η ασθένεια αφαιρεί από τον άνθρωπο την αίσθηση του ελέγχου. Ξαφνικά, το σώμα του, το μέλλον του και ολόκληρη η ζωή του μοιάζουν να εξαρτώνται από εξετάσεις, πιθανότητες και λέξεις που δεν καταλαβαίνει.
Τότε εμφανίζεται κάποιος που δεν μιλά για πιθανότητες αλλά για βεβαιότητες. Δεν λέει «θα προσπαθήσουμε», αλλά «θα σε κάνω καλά». Δεν εξηγεί τα όρια της θεραπείας, αλλά υπόσχεται «αποτοξίνωση», «αναγέννηση», «ενίσχυση του ανοσοποιητικού» ή μια μέθοδο που υποτίθεται ότι οι άλλοι γιατροί αγνοούν.
Ο συμβατικός γιατρός μπορεί να πει μια δυσάρεστη αλήθεια. Ο θαυματοποιός προσφέρει μια ευχάριστη βεβαιότητα. Και όταν ο άνθρωπος είναι απελπισμένος, η βεβαιότητα μοιάζει συχνά πιο πειστική από την επιστήμη.
Οι μελέτες για την παραπληροφόρηση δείχνουν ότι σε περιόδους φόβου και αβεβαιότητας αναζητούμε πληροφορίες που μας κάνουν να αισθανόμαστε καλύτερα και μας προσφέρουν μια απλή εξήγηση. Αυτό ακριβώς το συναισθηματικό κενό εκμεταλλεύονται όσοι εμπορεύονται «θαυματουργές» λύσεις.
Η βιτρίνα λειτουργεί σαν πιστοποιητικό
Ένα εντυπωσιακό ιατρείο, ακριβά μηχανήματα, φωτογραφίες με γνωστά πρόσωπα, ξενόγλωσσοι τίτλοι και μια σειρά από κορνιζαρισμένα «διπλώματα» δημιουργούν την αίσθηση επιστημονικής εγκυρότητας.
Δεν εξετάζουμε πάντα ποιος εξέδωσε αυτά τα πιστοποιητικά, τι ακριβώς πιστοποιούν ή αν αφορούν αναγνωρισμένη ιατρική ειδικότητα. Βλέπουμε τα σύμβολα της αυθεντίας και συμπληρώνουμε μόνοι μας όσα λείπουν.
Το ίδιο συμβαίνει με τις φωτογραφίες διασήμων. Αν ένας γνωστός τραγουδιστής, επιχειρηματίας ή αθλητής επισκέφθηκε έναν συγκεκριμένο χώρο, θεωρούμε ασυναίσθητα ότι κάποιος άλλος θα είχε ήδη ελέγξει την αξιοπιστία του. Στην πραγματικότητα, ο διάσημος μπορεί να πείστηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που πειστήκαμε και εμείς.
Η δημοφιλία δεν είναι επιστημονικό τεκμήριο. Ούτε η πολυτέλεια αποτελεί άδεια άσκησης μιας εξειδικευμένης ιατρικής πράξης.
Οι δύσκολες λέξεις μάς αφοπλίζουν
Όσο πιο περίπλοκη ακούγεται μια θεραπεία, τόσο δυσκολότερο είναι για τον ασθενή να παραδεχθεί ότι δεν την καταλαβαίνει. Όροι όπως «κυτταρική αναζωογόνηση», «μοριακή αποκατάσταση», «ενεργειακή εξισορρόπηση» και «βιολογικός καθαρισμός» μπορεί να ακούγονται επιστημονικοί χωρίς να περιγράφουν κάτι συγκεκριμένο.
Η ψευδοεπιστήμη συχνά δανείζεται πραγματικές λέξεις από την Ιατρική και τη Βιολογία, τις συνδέει με αόριστες υποσχέσεις και δημιουργεί ένα αφήγημα που ο μέσος άνθρωπος δυσκολεύεται να ελέγξει.
Αν ο ασθενής ζητήσει απλή εξήγηση και δεν τη λάβει, μπορεί να θεωρήσει ότι φταίει ο ίδιος επειδή «δεν γνωρίζει». Στην πραγματικότητα, η αδυναμία ενός επαγγελματία να εξηγήσει με σαφήνεια τι κάνει αποτελεί λόγο για μεγαλύτερη προσοχή.
«Αφού πλήρωσα τόσο, πρέπει να αξίζει»
Η υψηλή τιμή μπορεί επίσης να λειτουργήσει παραπλανητικά. Έχουμε μάθει να συνδέουμε το ακριβό με το ποιοτικό. Επομένως, μια θεραπεία χιλιάδων ευρώ μπορεί να μας φαίνεται πιο προηγμένη από μια απλή, καθιερωμένη και πολύ φθηνότερη ιατρική αντιμετώπιση.
Αφού ξεκινήσουμε, μπαίνει σε λειτουργία και μια δεύτερη παγίδα: δυσκολευόμαστε να εγκαταλείψουμε κάτι στο οποίο έχουμε ήδη επενδύσει χρήματα, χρόνο και ελπίδα.
Κάθε νέα συνεδρία γίνεται ένας τρόπος να δικαιολογήσουμε την προηγούμενη. Αν δεν έχουμε αποτέλεσμα, μπορεί να μας πουν ότι «ο οργανισμός αντιδρά», ότι «η θεραπεία χρειάζεται χρόνο» ή ότι εμείς δεν την ακολουθήσαμε σωστά.
Έτσι, η αμφιβολία δεν στρέφεται προς τη μέθοδο, αλλά προς τον ίδιο τον ασθενή.
Γιατί δεν ζητάμε δεύτερη γνώμη
Μερικές φορές φοβόμαστε ότι μια δεύτερη γνώμη θα μας στερήσει την ελπίδα που μόλις αποκτήσαμε. Άλλοτε έχουμε αναπτύξει προσωπική σχέση με τον θεραπευτή και αισθανόμαστε ότι θα τον προδώσουμε.
Ένας αξιόπιστος γιατρός, ωστόσο, δεν φοβάται τη δεύτερη γνώμη. Ιδίως όταν προτείνεται μια επεμβατική, ακριβή ή μη καθιερωμένη θεραπεία, η επιβεβαίωση από ανεξάρτητο ειδικό δεν είναι δυσπιστία. Είναι στοιχειώδης προστασία.
Η πίεση για άμεση απόφαση είναι, αντιθέτως, προειδοποιητικό σημάδι. Η φράση «πρέπει να ξεκινήσεις σήμερα», όταν δεν υπάρχει πραγματικό επείγον, περιορίζει τον χρόνο που χρειάζεται ο ασθενής για να σκεφτεί και να ελέγξει.
Πέντε ερωτήσεις που μπορούν να μας προστατεύσουν
Δεν χρειάζεται να γίνουμε όλοι γιατροί ούτε να αντιμετωπίζουμε κάθε επαγγελματία ως ύποπτο. Χρειάζεται απλώς να μη φοβόμαστε να ρωτήσουμε:
- Ποια είναι η αναγνωρισμένη ιατρική ειδικότητά σας;
- Έχετε νόμιμη άδεια να πραγματοποιείτε τη συγκεκριμένη πράξη σε αυτόν τον χώρο;
- Ποιο είναι το επιστημονικά αποδεδειγμένο όφελος και ποιοι οι κίνδυνοι;
- Υπάρχουν άλλες, καθιερωμένες επιλογές θεραπείας;
- Μπορώ να πάρω τον φάκελό μου και να ζητήσω ανεξάρτητη δεύτερη γνώμη;
Σε αυτά πρέπει να προστεθεί και ένας πρακτικός έλεγχος: αν η ειδικότητα, η άδεια λειτουργίας και τα προσόντα μπορούν να επιβεβαιωθούν μέσω του αρμόδιου Ιατρικού Συλλόγου ή άλλης επίσημης αρχής.
Η αμφισβήτηση δεν είναι ασέβεια
Η υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη βρίσκεται στα χέρια της Δικαιοσύνης. Οι ακριβείς ευθύνες των εμπλεκομένων δεν έχουν ακόμη κριθεί και όλοι δικαιούνται το τεκμήριο της αθωότητας. Όσα έρχονται στο φως, όμως, αποτελούν αφορμή για μια αναγκαία δημόσια συζήτηση.
Δεν πρέπει να ντρεπόμαστε να ελέγχουμε εκείνον στον οποίο εμπιστευόμαστε το σώμα και τη ζωή μας. Η ερώτηση δεν προσβάλλει την επιστήμη. Η επιστήμη στηρίζεται στις ερωτήσεις, στα στοιχεία, στον έλεγχο και στη δυνατότητα αμφισβήτησης.
Οι πραγματικοί επαγγελματίες δεν υπόσχονται θαύματα. Εξηγούν τι γνωρίζουν, παραδέχονται τι δεν γνωρίζουν και μας ενημερώνουν καθαρά για τα οφέλη και τους κινδύνους.
Ίσως, τελικά, το πιο επικίνδυνο προσόν ενός «θαυματοποιού» να μην είναι όσα ισχυρίζεται ότι γνωρίζει. Είναι η ικανότητά του να μας κάνει να αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε το δικαίωμα να τον ρωτήσουμε.

