Οι ηγεσίες των αυτονομιστικών κομμάτων ζητούν δικαίωμα αυτοδιάθεσης, αλλά κάθε περιοχή ακολουθεί διαφορετικό δρόμο – Η δήλωση Τραμπ για μια ενωμένη Ιρλανδία αναζωπύρωσε τη συζήτηση
Νέα δυναμική αποκτά η συζήτηση για το μέλλον του Ηνωμένου Βασιλείου, μετά την κοινή πρωτοβουλία των πολιτικών ηγεσιών της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας υπέρ της αυτοδιάθεσης.
Στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο Κάρντιφ συμμετείχαν ο πρωθυπουργός της Σκωτίας και ηγέτης του Σκωτικού Εθνικού Κόμματος (SNP), Τζον Σουίνι, ο πρωθυπουργός της Ουαλίας και επικεφαλής του Plaid Cymru, Ριν απ Γιόρουερθ, η πρωθυπουργός της Βόρειας Ιρλανδίας και αντιπρόεδρος του Σιν Φέιν, Μισέλ Ο’Νιλ, καθώς και η πρόεδρος του Σιν Φέιν, Μαίρη Λου ΜακΝτόναλντ.
Οι συμμετέχοντες υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας, υποστηρίζοντας ότι τα έθνη τους έχουν δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και καλώντας τη βρετανική κυβέρνηση να προετοιμαστεί για ενδεχόμενες συνταγματικές αλλαγές. Δήλωσαν, επίσης, ότι βλέπουν το μέλλον τους εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιρρίπτοντας στο Brexit ευθύνες για οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις στις περιοχές τους.
Η συνάντηση χαρακτηρίζεται πολιτικά σημαντική, καθώς μέχρι σήμερα το SNP και το Plaid Cymru διατηρούσαν αποστάσεις από το Σιν Φέιν. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι άμεση ή ότι οι πολίτες και των τριών περιοχών έχουν ήδη ταχθεί πλειοψηφικά υπέρ της απόσχισης. Τα αιτήματα, τα χρονοδιαγράμματα και οι νομικές διαδικασίες διαφέρουν σημαντικά.
Τι επιδιώκει η κάθε πλευρά
- Στη Σκωτία, ο Τζον Σουίνι υποστήριξε ότι ένα νέο δημοψήφισμα ανεξαρτησίας θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια. Στην πρώτη ψηφοφορία, το 2014, το 55% επέλεξε την παραμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έκτοτε, όμως, το Brexit άλλαξε τα πολιτικά δεδομένα, καθώς η πλειονότητα των Σκωτσέζων είχε ψηφίσει υπέρ της παραμονής στην ΕΕ.
Το SNP υποστηρίζει ότι η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών και δικαιολογεί μια δεύτερη προσφυγή στις κάλπες. Η τελική έγκριση, ωστόσο, εξαρτάται από το Λονδίνο, το οποίο εξακολουθεί να απορρίπτει ένα νέο δημοψήφισμα.
- Στην Ουαλία, το αίτημα βρίσκεται σε λιγότερο ώριμο στάδιο. Ο Ριν απ Γιόρουερθ έχει χαρακτηρίσει την ανεξαρτησία μακροπρόθεσμο στόχο και δεν έχει ορίσει ημερομηνία δημοψηφίσματος. Υποστηρίζει, πάντως, ότι ολοένα περισσότεροι Ουαλοί θεωρούν πως το συγκεντρωτικό μοντέλο διακυβέρνησης του Ουεστμίνστερ δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους.
- Στη Βόρεια Ιρλανδία, το ζήτημα δεν αφορά ανεξαρτησία με τη στενή έννοια, αλλά αποχώρηση από το Ηνωμένο Βασίλειο και ένωση με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας. Το Σιν Φέιν ζητά τη διεξαγωγή σχετικού δημοψηφίσματος έως το 2030.
Η περίπτωση της Βόρειας Ιρλανδίας είναι θεσμικά διαφορετική, καθώς η Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής προβλέπει τη δυνατότητα δημοψηφίσματος για την ιρλανδική ενοποίηση, όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι η πλειονότητα των πολιτών ενδέχεται να την υποστηρίζει.
Παράλληλα, η Μισέλ Ο’Νιλ συμμετείχε στη συνάντηση ως στέλεχος του Σιν Φέιν, όμως η Βόρεια Ιρλανδία κυβερνάται μέσω συστήματος διαμοιρασμού της εξουσίας. Η αναπληρώτρια πρωθυπουργός Έμα Λιτλ-Πένγκελι, που προέρχεται από το ενωτικό DUP, υποστήριξε ότι η Ο’Νιλ δεν εκπροσωπούσε το σύνολο της κυβέρνησης στη συγκεκριμένη πρωτοβουλία.
Η παρέμβαση Τραμπ: Ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου
Η διακήρυξη ήρθε λίγες ημέρες μετά τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ υπέρ μιας ενωμένης Ιρλανδίας. Ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο «φανταστικό» και προέβλεψε ότι τελικά θα πραγματοποιηθεί, αναγνωρίζοντας πάντως ότι η βρετανική κυβέρνηση θα έχει λόγο στις εξελίξεις.
Η Μισέλ Ο’Νιλ υποστήριξε ότι η τοποθέτηση του Τραμπ αποδεικνύει πως η συζήτηση για την ένωση της Ιρλανδίας δεν περιορίζεται πλέον στο νησί, αλλά αποκτά διεθνή διάσταση.
Η Ντάουνινγκ Στριτ απέρριψε εκ νέου την προοπτική δημοψηφισμάτων, τονίζοντας ότι ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ παραμένει προσηλωμένος στην ενότητα του Ηνωμένου Βασιλείου. Η κυβέρνησή του προκρίνει μεγαλύτερη αποκέντρωση και μεταβίβαση αρμοδιοτήτων, χωρίς όμως να αποδέχεται ότι αυτή πρέπει να οδηγήσει στην απόσχιση.
Η κοινή διακήρυξη δεν σημαίνει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται μπροστά σε άμεση διάλυση. Δημιουργεί, όμως, ένα συντονισμένο πολιτικό μέτωπο απέναντι στο Λονδίνο και επιβεβαιώνει ότι το Brexit εξακολουθεί να λειτουργεί ως καταλύτης φυγόκεντρων τάσεων. Για πρώτη φορά, οι ισχυρότερες αυτονομιστικές δυνάμεις των τριών περιοχών επιχειρούν να μετατρέψουν τα ξεχωριστά εθνικά τους αιτήματα σε κοινή πίεση προς το Ουεστμίνστερ.

