Το νέο μέτωπο Χούθι-Σαουδικής Αραβίας ανεβάζει το κόστος πετρελαίου και φυσικού αερίου – Έως και 90 δισ. ευρώ επιπλέον έχει πληρώσει η ΕΕ για εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα από την έναρξη της σύγκρουσης
Νέα επιβάρυνση στο ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη προκαλεί η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή. Οι επιθέσεις των ανταρτών Χούθι σε ενεργειακές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας έρχονται να προσθέσουν ακόμη έναν παράγοντα πίεσης σε μια αγορά που ήδη βρίσκεται υπό έντονη αναστάτωση.
Καταλυτική ήταν η ζημιά στον αγωγό που μεταφέρει πετρέλαιο από την ανατολική Σαουδική Αραβία προς την Ερυθρά Θάλασσα, μέσω του οποίου πραγματοποιούνται εξαγωγές που παρακάμπτουν τα Στενά του Ορμούζ. Η εξέλιξη ενίσχυσε τις ανησυχίες για περιορισμό της παγκόσμιας προσφοράς και οδήγησε το μπρεντ κοντά στα 110 δολάρια το βαρέλι, ενώ η ευρωπαϊκή τιμή φυσικού αερίου TTF ξεπέρασε τα 80 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Οι τιμές υποχώρησαν προς το τέλος της εβδομάδας, με το μπρεντ να κινείται κοντά στα 102 δολάρια και το φυσικό αέριο στα 77 ευρώ. Ωστόσο, παραμένουν σημαντικά υψηλότερα από τα επίπεδα της αρχής του 2026, κατά περίπου 70% για το πετρέλαιο και 180% για το φυσικό αέριο.
Βαρύς ο λογαριασμός για την Ευρώπη
Η ενεργειακή κρίση έχει ήδη σημαντικό οικονομικό αποτύπωμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με δήλωση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, από την έναρξη της σύγκρουσης στα τέλη Φεβρουαρίου η ΕΕ έχει καταβάλει επιπλέον περίπου 90 δισ. ευρώ για εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, για την ίδια ποσότητα ενέργειας.
Οι ανησυχίες για παρατεταμένη διακοπή των εξαγωγών πετρελαίου από τη Σαουδική Αραβία περιορίστηκαν εν μέρει μετά τις πληροφορίες ότι ο αγωγός θα αρχίσει να επαναλειτουργεί σταδιακά. Παράλληλα, μέρος των σαουδαραβικών εξαγωγών προς την Ασία εξετάζεται να πραγματοποιείται μέσω του Ομάν.
Ωστόσο, η εικόνα στην ενεργειακή αγορά παραμένει ιδιαίτερα πιεσμένη. Η σύγκρουση των ΗΠΑ με το Ιράν έχει περιορίσει την προσφορά αργού από την περιοχή του Κόλπου, ενώ οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές υποδομές επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση.
Την ίδια στιγμή, οι εξαγωγές LNG από το Κατάρ παραμένουν περιορισμένες, καθώς η χώρα αντιπροσωπεύει περίπου το 20% της παγκόσμιας αγοράς LNG και δεν υπάρχει εύκολη δυνατότητα παράκαμψης των Στενών του Ορμούζ.
Τι βλέπουν οι αγορές για πετρέλαιο και φυσικό αέριο
Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι πόσο θα διαρκέσει η ενεργειακή αναστάτωση. Η απάντηση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη και την έκβαση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Οι προθεσμιακές αγορές εκτιμούν ότι το πετρέλαιο θα υποχωρήσει κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι για τις παραδόσεις του Δεκεμβρίου, ενώ μέχρι τον Μάρτιο του 2027 αναμένεται σταδιακή αποκλιμάκωση προς τα 90 δολάρια. Πιο αισθητή πτώση προβλέπεται από τον επόμενο Ιούλιο, όταν η τιμή εκτιμάται ότι μπορεί να κινηθεί κοντά στα 82,5 δολάρια.
Για το φυσικό αέριο, οι εκτιμήσεις είναι πιο επιβαρυμένες. Οι αγορές βλέπουν τις τιμές TTF να παραμένουν περίπου στα σημερινά επίπεδα έως τον Μάρτιο, πριν υποχωρήσουν στα 60 ευρώ τον Απρίλιο και κοντά στα 50 ευρώ τον Ιούλιο.
Στο επίκεντρο και ο πληθωρισμός
Η διατήρηση των τιμών ενέργειας σε υψηλά επίπεδα προκαλεί προβληματισμό και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς δημιουργεί νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Για το τέταρτο τρίμηνο του 2026, οι εμπειρογνώμονες της ΕΚΤ προβλέπουν μέση τιμή πετρελαίου περίπου στα 87 δολάρια το βαρέλι στο βασικό σενάριο. Στο δυσμενές σενάριο η τιμή ανεβαίνει στα 99 δολάρια, ενώ στο ακραίο φτάνει τα 132 δολάρια.
Αντίστοιχα, για το φυσικό αέριο οι προβλέψεις κάνουν λόγο για περίπου 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα στο βασικό σενάριο, 77 ευρώ στο δυσμενές και έως 130 ευρώ στο ακραίο.
Οι επόμενοι μήνες αναμένεται, επομένως, να είναι κρίσιμοι για την πορεία των ενεργειακών τιμών, με την εξέλιξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή να αποτελεί τον βασικό παράγοντα αβεβαιότητας για την ευρωπαϊκή οικονομία και το κόστος ενέργειας.

