Οι κάλπες σε Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και Βερολίνο δεν ανέτρεψαν τον καγκελάριο, αλλά αποκάλυψαν μια βαθύτερη κρίση αντιπροσώπευσης – Το «τείχος» απέναντι στην Ακροδεξιά αντέχει κοινοβουλευτικά, όχι όμως και εκλογικά
Ο Φρίντριχ Μερτς παραμένει στην καγκελαρία, όχι επειδή οι εκλογές επιβεβαίωσαν την πολιτική του, αλλά επειδή κανείς στο εσωτερικό της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης δεν είναι ακόμη έτοιμος να αναλάβει το κόστος της ανατροπής του.
Οι βαριές απώλειες του CDU στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο δεν προκάλεσαν άμεση κρίση διαδοχής. Προκάλεσαν, όμως, κάτι πιθανώς σοβαρότερο: εδραίωσαν την εικόνα ενός καγκελάριου που παραμένει τυπικά ισχυρός, αλλά χάνει σταδιακά την πολιτική δυνατότητα να καθορίζει την ατζέντα.
Οκτώ Χριστιανοδημοκράτες πρωθυπουργοί κρατιδίων έχουν προσφέρει δημόσια στήριξη στον Μερτς, ενώ κανένα κορυφαίο στέλεχος του CDU δεν έχει ζητήσει ευθέως την παραίτησή του. Η στήριξη αυτή, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με ψήφο εμπιστοσύνης στη στρατηγική του. Περισσότερο μοιάζει με προσωρινή εκεχειρία, καθώς μια βεβιασμένη αλλαγή ηγεσίας θα έφερνε το κόμμα αντιμέτωπο με τα ίδια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, χωρίς καμία εγγύηση ότι ο διάδοχος θα μπορούσε να ανακόψει την άνοδο του AfD.
Ο ίδιος ο Μερτς αναγνώρισε το μέγεθος της αποτυχίας, χαρακτηρίζοντας «καταστροφή» το αποτέλεσμα στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία. Ταυτόχρονα, όμως, ξεκαθάρισε ότι θα συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις. Ήταν μια δήλωση παραμονής, όχι μια επίδειξη πολιτικής ισχύος.
Το CDU κινδυνεύει να πάψει να είναι κόμμα εξουσίας στην Ανατολή
Η επίδοση του CDU στο Μεκλεμβούργο δεν αποτελεί μια συνηθισμένη εκλογική ήττα. Το 5,5%, εφόσον επιβεβαιωθεί στα τελικά αποτελέσματα, θα είναι το χαμηλότερο ποσοστό του κόμματος σε εκλογές κρατιδίου από την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας το 1949.
Το ανησυχητικότερο για τη Χριστιανοδημοκρατία δεν είναι μόνο ότι έχασε ψηφοφόρους. Είναι ότι κινδυνεύει να χάσει τον παραδοσιακό της ρόλο ως βασικός πόλος εξουσίας σε ολόκληρες περιοχές της ανατολικής Γερμανίας.
Το AfD, με περίπου 37%, πέρασε στην πρώτη θέση, ενώ το SPD διατήρησε σημαντικές δυνάμεις, συγκεντρώνοντας περίπου 35,5%. Η έντονη πόλωση μεταξύ των δύο κομμάτων συμπίεσε το CDU, αλλά αυτή είναι μόνο μια μερική εξήγηση. Ένα κόμμα που διεκδικεί την ομοσπονδιακή διακυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρεί φυσιολογικό ότι κινείται στα όρια της κοινοβουλευτικής επιβίωσης σε ένα γερμανικό κρατίδιο.
Η τάση δεν περιορίζεται στο Μεκλεμβούργο. Είχε προηγηθεί η εντυπωσιακή επίδοση του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπου πλησίασε την απόλυτη πλειοψηφία. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, η Ακροδεξιά κατέκτησε την πρώτη θέση σε δύο ανατολικά κρατίδια, επιβεβαιώνοντας ότι δεν αποτελεί πλέον απλώς δύναμη διαμαρτυρίας, αλλά διεκδικεί την πολιτική ηγεμονία σε σημαντικό τμήμα της χώρας.
Το παράδοξο του «τείχους προστασίας»
Τα υπόλοιπα κόμματα εξακολουθούν να αποκλείουν οποιαδήποτε κυβερνητική συνεργασία με το AfD. Το λεγόμενο «τείχος προστασίας» πιθανότατα θα εμποδίσει για ακόμη μία φορά την Ακροδεξιά να συμμετάσχει σε τοπική κυβέρνηση.
Αυτό, όμως, δημιουργεί ένα δύσκολο πολιτικό παράδοξο. Όσο αυξάνονται τα ποσοστά του AfD, τόσο περισσότερα κόμματα πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους για να σχηματίσουν κυβέρνηση χωρίς αυτό. Προκύπτουν έτσι συνασπισμοί πολιτικά ανομοιογενείς, με δύσκολες εσωτερικές ισορροπίες και περιορισμένη δυνατότητα να εφαρμόσουν συνεκτική πολιτική.
Το AfD μένει εκτός κυβερνήσεων, αλλά ενισχύει το αφήγημά του ότι όλες οι υπόλοιπες δυνάμεις αποτελούν ένα ενιαίο πολιτικό σύστημα που συνασπίζεται για να το αποκλείσει. Το «τείχος» εξακολουθεί να λειτουργεί κοινοβουλευτικά, αλλά δεν ανακόπτει την εκλογική του επέκταση.
Η απομόνωση του κόμματος δυσκολεύει επίσης τη διαμόρφωση σταθερών κυβερνήσεων, ιδιαίτερα στην ανατολική Γερμανία. Όσο το AfD προσεγγίζει ή ξεπερνά το 35%, η συγκρότηση πλειοψηφιών χωρίς αυτό γίνεται όλο και πιο περίπλοκη.
Το μήνυμα του Βερολίνου
Στη γερμανική πρωτεύουσα, η κατεύθυνση της ψήφου ήταν διαφορετική, αλλά το μήνυμα για το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα παρόμοιο.
Η Αριστερά αναδείχθηκε πρώτη δύναμη με περίπου 24,5%, εκτοπίζοντας το CDU στη δεύτερη θέση με 20%. Το AfD έφθασε περίπου στο 16%, καταγράφοντας την καλύτερη επίδοσή του στο Βερολίνο, ενώ το SPD περιορίστηκε στο 12%.
Το αποτέλεσμα δείχνει ότι η δυσαρέσκεια δεν διοχετεύεται μόνο προς τα δεξιά. Σε μια πόλη όπου η στεγαστική κρίση, τα υψηλά ενοίκια και το κόστος ζωής βρίσκονται στο επίκεντρο, σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων στράφηκε προς την Αριστερά.
Συγχρόνως, όμως, η ισχυρή άνοδος του AfD καταδεικνύει ότι το κόμμα διευρύνει την επιρροή του και πέρα από τα ανατολικά αγροτικά κρατίδια. Δεν έχει ακόμη στις δυτικές περιοχές και στις μεγάλες πόλεις τα ποσοστά που καταγράφει στην πρώην Ανατολική Γερμανία, αλλά δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αποκλειστικά ανατολικογερμανικό φαινόμενο.
Η γερμανική πολιτική σκηνή πολώνεται πλέον όχι μόνο ανάμεσα σε Αριστερά και Δεξιά, αλλά ανάμεσα σε δυνάμεις που βρίσκονται έξω από τον παλαιό κυβερνητικό άξονα. CDU και SPD, τα δύο κόμματα που διαμόρφωσαν τη μεταπολεμική Γερμανία, υποχωρούν ταυτόχρονα.
Γιατί δεν αποδίδει η στρατηγική Μερτς
Ο Φρίντριχ Μερτς εξελέγη με την υπόσχεση ότι θα επανεκκινήσει τη στάσιμη οικονομία, θα περιορίσει τη γραφειοκρατία, θα ελέγξει τη μετανάστευση και θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στο κράτος.
Μέχρι στιγμής, δεν έχει πείσει ότι μπορεί να πετύχει αυτούς τους στόχους. Οι μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό, στη φορολογία και στην Υγεία έχουν προκαλέσει αντιδράσεις, ενώ η κυβέρνηση επιβαρύνεται από επικοινωνιακά λάθη και την αίσθηση ότι ζητά συνεχώς νέες θυσίες χωρίς ορατά αποτελέσματα.
Η προσπάθεια του Μερτς να ανακόψει το AfD υιοθετώντας αυστηρότερη γραμμή στο μεταναστευτικό δεν απέδωσε εκλογικά. Αντί να επιστρέψουν μαζικά οι συντηρητικοί ψηφοφόροι στο CDU, ενισχύθηκε η εντύπωση ότι η Ακροδεξιά είχε εξαρχής επιβάλει τη θεματολογία της.
Το AfD εμφανίζεται έτσι στα μάτια των υποστηρικτών του ως η «αυθεντική» επιλογή, ενώ το CDU κατηγορείται ότι αντιγράφει μέρος της ρητορικής του χωρίς να προσφέρει την πολιτική ρήξη που επιθυμούν οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι.
Η οικονομία μπορεί να κρίνει την τύχη του καγκελάριου
Η μεγαλύτερη απειλή για τον Μερτς δεν είναι μια άμεση εσωκομματική ανταρσία, αλλά η οικονομική κατάσταση τους επόμενους μήνες.
Η Γερμανία εισέρχεται στον χειμώνα με τη βιομηχανία υπό πίεση, υψηλό ενεργειακό κόστος και έντονη ανησυχία για τις τιμές των καυσίμων, τη στέγαση και την αγοραστική δύναμη. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε φορολογικές ελαφρύνσεις στη βενζίνη και στο πετρέλαιο κίνησης, αλλά οι κάλπες έδειξαν ότι τα μέτρα δεν αρκούν για να αντιστρέψουν το κλίμα.
Κλάδοι όπως η χημική βιομηχανία, ο χάλυβας και η αυτοκινητοβιομηχανία παραμένουν ιδιαίτερα ευάλωτοι στην αύξηση του κόστους ενέργειας και στον διεθνή ανταγωνισμό. Εάν ο χειμώνας συνοδευθεί από νέες ανατιμήσεις, απολύσεις ή περαιτέρω επιβράδυνση, η πολιτική κρίση μπορεί να αποκτήσει εντονότερα κοινωνικά χαρακτηριστικά.
Το AfD έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέπει την οικονομική ανασφάλεια σε πολιτική οργή, συνδέοντας την ακρίβεια με τη μετανάστευση, τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, την πράσινη μετάβαση και τις αποφάσεις των Βρυξελλών.
Μένει μέχρι να βρεθεί εναλλακτική
Η παραμονή του Μερτς δεν λύνει την κρίση. Απλώς μεταθέτει την επόμενη απόφαση.
Ο καγκελάριος διαθέτει ακόμη χρόνο, θεσμική προστασία και την προσωρινή στήριξη της κομματικής ηγεσίας. Δεν διαθέτει, όμως, πολιτική ασφάλεια. Για να ανακτήσει τον έλεγχο, πρέπει να παρουσιάσει απτά αποτελέσματα στην οικονομία και να πείσει ότι οι μεταρρυθμίσεις του μπορούν να βελτιώσουν την καθημερινότητα.
Το AfD, αντίθετα, δεν χρειάζεται ακόμη να κυβερνήσει. Του αρκεί να περιμένει, να εκμεταλλεύεται τις αποτυχίες των κυβερνητικών συνασπισμών και να εμφανίζεται ως η δύναμη που θα παραλάβει μια χώρα κουρασμένη από την οικονομική στασιμότητα και την πολιτική αστάθεια.
Γι’ αυτό το πραγματικό συμπέρασμα των εκλογών δεν είναι μόνο ότι ο Μερτς υπέστη δύο ακόμη ήττες. Είναι ότι το παλιό γερμανικό κομματικό σύστημα δυσκολεύεται πλέον να δημιουργήσει σταθερές πλειοψηφίες, χωρίς ταυτόχρονα να ενισχύει εκείνους που υπόσχονται να το ανατρέψουν.

