Περίπου 353.000 επενδυτές εγκλωβίστηκαν σε 131 funds με ενεργητικό σχεδόν 18 δισ. δολαρίων – Οι υπερβολικές αποδόσεις, οι μετοχές χαμηλής εμπορευσιμότητας και ο κίνδυνος υποβάθμισης από την MSCI
Μια μεγάλη κρίση ρευστότητας στην τουρκική αγορά επενδυτικών κεφαλαίων εξελίσσεται σε νέο πονοκέφαλο για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τον υπουργό Οικονομικών Μεχμέτ Σιμσέκ, απειλώντας να υπονομεύσει την προσπάθεια αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των διεθνών επενδυτών στην Τουρκία.
Στο επίκεντρο βρίσκονται 131 επενδυτικά funds, τα οποία διαχειρίζονταν επτά εταιρείες και είχαν συνολικό ενεργητικό περίπου 891 δισ. τουρκικές λίρες –περίπου 18 δισ. δολάρια– για λογαριασμό 353.000 επενδυτών.
Η τουρκική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η SPK, ανέστειλε την αγορά και την εξαγορά μεριδίων των συγκεκριμένων funds και δρομολόγησε τη ρευστοποίησή τους. Τα περιουσιακά τους στοιχεία θα πωληθούν σταδιακά και τα έσοδα θα επιστραφούν στους επενδυτές ανάλογα με τον αριθμό των μεριδίων που κατέχουν.
Η διαδικασία αναμένεται να διαρκέσει έως τρεις μήνες, με δυνατότητα παράτασης. Αυτό δεν σημαίνει ότι χάθηκε ολόκληρο το επενδεδυμένο κεφάλαιο. Η τελική ζημία κάθε επενδυτή θα εξαρτηθεί από τις τιμές στις οποίες θα μπορέσουν να πωληθούν οι μετοχές και τα άλλα στοιχεία που βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλά από αυτά τα funds είχαν τοποθετήσει υπερβολικά μεγάλο μέρος των κεφαλαίων τους σε μικρές μετοχές περιορισμένης εμπορευσιμότητας. Εάν οι θέσεις αυτές ρευστοποιηθούν γρήγορα, οι τιμές μπορεί να υποχωρήσουν απότομα, περιορίζοντας το ποσό που τελικά θα πάρουν πίσω οι επενδυτές.
Πώς ξέσπασε η κρίση
Το πρώτο ορατό ρήγμα εμφανίστηκε στην Pusula Portföy, η οποία ανακοίνωσε στις 15 Σεπτεμβρίου ότι ορισμένα funds της δεν μπορούσαν να εξυπηρετήσουν εμπρόθεσμα τα αιτήματα εξαγοράς των επενδυτών.
Με απλά λόγια, οι πελάτες ζητούσαν να πουλήσουν τα μερίδιά τους και να πάρουν τα χρήματά τους, αλλά η εταιρεία δεν διέθετε επαρκή μετρητά.
Για να τους αποπληρώσει, έπρεπε να πουλήσει μετοχές. Επειδή, όμως, σημαντικό μέρος του χαρτοφυλακίου της βρισκόταν σε τίτλους χαμηλής εμπορευσιμότητας, οι μαζικές πωλήσεις θα προκαλούσαν μεγάλη πτώση των τιμών.
Από τα τέλη Αυγούστου είχαν ήδη αποσυρθεί περίπου 132,7 δισ. λίρες από funds της Pusula. Το πρόβλημα μεταδόθηκε γρήγορα στην Tera Portföy, η οποία εμφάνισε αδυναμία πληρωμής σε δύο δικά της funds, και στη συνέχεια σε άλλες εταιρείες διαχείρισης.
Έτσι δημιουργήθηκε ένας κλασικός «πανικός εξαγορών»: όσο περισσότεροι επενδυτές ζητούσαν τα χρήματά τους, τόσο περισσότερες μετοχές έπρεπε να πουλήσουν τα funds. Οι πωλήσεις πίεζαν τις τιμές, η αξία των χαρτοφυλακίων μειωνόταν και ακόμη περισσότεροι επενδυτές έσπευδαν προς την έξοδο.
Η κατάσταση οδήγησε σε μαζική φυγή περίπου 1 δισ. δολαρίων από την αγορά των funds μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα.
Ποιοι διαχειριστές τέθηκαν στο στόχαστρο
Οι επτά εταιρείες των οποίων τα funds ανεστάλησαν και οδηγούνται σε εκκαθάριση είναι:
- Tera Portföy
- Pusula Portföy
- Hedef Portföy
- Atlas Portföy
- A1 Portföy
- Pardus Portföy
- Bulls Portföy
Σύμφωνα με την απόφαση των αρχών, η ιδιωτική τράπεζα Türkiye İş Bankası ανέλαβε τη ρευστοποίηση των funds της Tera, ενώ η κρατική Ziraat Bank ανέλαβε τα funds των υπόλοιπων έξι εταιρειών.
Οι δύο τράπεζες θα πωλήσουν τα περιουσιακά στοιχεία και θα διανείμουν τα έσοδα στους επενδυτές. Οι πληρωμές μπορούν να γίνουν σταδιακά, χωρίς να χρειαστεί να ολοκληρωθεί πρώτα η εκποίηση ολόκληρου του χαρτοφυλακίου.
Δεν έχει αποδειχθεί ότι και οι επτά εταιρείες ή και τα 131 funds συμμετείχαν σε παράνομες συναλλαγές. Η αναστολή και η εκκαθάριση εφαρμόστηκαν για να περιοριστεί η κρίση ρευστότητας, ενώ οι ποινικές έρευνες αφορούν συγκεκριμένες συναλλαγές, πρόσωπα και μετοχές.
Αποδόσεις που έφθασαν το 43.000%
Η Wall Street Journal επισημαίνει ότι ορισμένα τουρκικά funds εμφάνιζαν αποδόσεις σχεδόν αδιανόητες για μια κανονικά λειτουργούσα αγορά.
Χαρακτηριστικό είναι το κορυφαίο fund της Tera Portföy, το οποίο φέρεται να κατέγραψε άνοδο σχεδόν 43.000% μέσα σε δύο χρόνια. Πριν ανασταλεί η λειτουργία του, είχε προσελκύσει περίπου 100.000 επενδυτές και είχε ενεργητικό 5 δισ. δολαρίων. Συνολικά, η Tera Portföy διαχειριζόταν κεφάλαια πολλών δισεκατομμυρίων.
Οι αποδόσεις αυτές προσέλκυσαν μαζικά μικροεπενδυτές. Παράλληλα, όμως, προκάλεσαν ερωτήματα για το αν αντανακλούσαν πραγματική αύξηση της αξίας των εταιρειών ή αν στηρίζονταν σε έναν μηχανισμό συνεχούς εισροής νέων κεφαλαίων και ανόδου μετοχών με μικρή διασπορά.
Αναλυτές είχαν προειδοποιήσει ότι ήταν εμφανές πως οι αποδόσεις δεν μπορούσαν να συνεχιστούν επ’ αόριστον χωρίς σοβαρό κίνδυνο.
Πώς λειτουργούσε ο μηχανισμός
Η βασική υποψία των αρχών είναι ότι ορισμένα funds συγκέντρωναν πολύ μεγάλες θέσεις σε μετοχές μικρών εισηγμένων εταιρειών, πολλές φορές συνδεδεμένων επιχειρηματικά με τους ίδιους τους διαχειριστές.
Επειδή μόνο ένα περιορισμένο ποσοστό των μετοχών αυτών κυκλοφορούσε ελεύθερα στο χρηματιστήριο, οι αγορές των funds μπορούσαν να προκαλέσουν μεγάλη άνοδο της τιμής.
Η διαδικασία λειτουργούσε ως εξής:
- Το fund αγόραζε μεγάλο αριθμό μετοχών μιας μικρής εταιρείας.
- Η περιορισμένη προσφορά μετοχών οδηγούσε την τιμή σε απότομη άνοδο.
- Η αύξηση της τιμής ανέβαζε την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου και την εμφανιζόμενη απόδοση του fund.
- Οι υψηλές αποδόσεις προσέλκυαν νέους επενδυτές.
- Τα νέα χρήματα χρησιμοποιούνταν για την αγορά των ίδιων ή παρόμοιων μετοχών, τροφοδοτώντας νέο κύκλο ανόδου.
Σε ορισμένες περιπτώσεις φέρεται να χρησιμοποιήθηκε και μόχλευση. Τα funds έδιναν, δηλαδή, τις μετοχές τους ως εγγύηση για να δανειστούν και να αγοράσουν ακόμη περισσότερους τίτλους.
Όσο εισέρρεαν νέα κεφάλαια, το σύστημα μπορούσε να συντηρείται. Όταν όμως οι εισροές σταμάτησαν και άρχισαν οι μαζικές εξαγορές, ο ίδιος μηχανισμός λειτούργησε αντίστροφα.
Η αναγκαστική πώληση μετοχών έριχνε τις τιμές, μείωνε την αξία των εγγυήσεων και μπορούσε να προκαλέσει νέα αιτήματα για πρόσθετες εξασφαλίσεις. Αυτό οδηγούσε σε περισσότερες πωλήσεις και ακόμη μεγαλύτερη πτώση.
Διεθνή μέσα περιέγραψαν τον μηχανισμό ως «τύπου πυραμίδας» ή «Ponzi-like». Ο χαρακτηρισμός αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι νέες εισροές φέρεται να στήριζαν τις αποτιμήσεις και όχι σε τελεσίδικη δικαστική διαπίστωση ότι επρόκειτο για σχήμα Ponzi.
Οι μετοχές στο επίκεντρο της έρευνας
Η SPK διερευνά συναλλαγές σε τρεις εισηγμένες εταιρείες:
- Katılımevim,
- Gündoğdu Gıda,
- Destek Finans Faktoring.
Παρά τις πρόσφατες απώλειες, οι μετοχές της Katılımevim και της Destek Finans είχαν ενισχυθεί κατά περισσότερο από 300% από την αρχή του έτους, ενώ η Gündoğdu Gıda κατέγραφε άνοδο άνω του 140%.
Τα funds της Pusula κατείχαν μετοχές που αντιστοιχούσαν περίπου στο 25,6% του κεφαλαίου της Katılımevim, εταιρείας που ανήκε στον ίδιο ευρύτερο επιχειρηματικό όμιλο.
Στη Gündoğdu Gıda, η Pusula είχε συγκεντρώσει περίπου το 38,7% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου.
Αντίστοιχα, επτά funds της Tera κατείχαν περίπου το 10,2% της Destek Finans. Σε σχέση με τις μετοχές που διαπραγματεύονταν πραγματικά στην αγορά, η θέση των funds αντιστοιχούσε σχεδόν στο 39,4% της ελεύθερης διασποράς.
Αυτή η υπερβολική συγκέντρωση σήμαινε ότι οι τιμές μπορούσαν να ανεβαίνουν με περιορισμένο όγκο συναλλαγών, αλλά και ότι η έξοδος από τις θέσεις ήταν εξαιρετικά δύσκολη χωρίς μεγάλη πτώση.
Ποινικές διώξεις και περιοριστικά μέτρα
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υπέβαλε μηνύσεις εναντίον 38 προσώπων για φερόμενη χειραγώγηση της αγοράς και τους επέβαλε απαγόρευση χρηματιστηριακών συναλλαγών για δύο χρόνια.
Οι καταγγελίες αφορούν συναλλαγές στις Katılımevim, Gündoğdu Gıda και Destek Finans Faktoring. Αντίστοιχη απαγόρευση επιβλήθηκε και στην Pusula Portföy.
Στελέχη των εμπλεκόμενων εταιρειών συνελήφθησαν, ενώ σε άλλους επιβλήθηκαν απαγορεύσεις εξόδου και δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων. Γραφεία εταιρειών ερευνήθηκαν στο πλαίσιο των εισαγγελικών ερευνών.
Μεταξύ των προσώπων που τέθηκαν υπό κράτηση ήταν και ανώτερο στέλεχος της Tera Portföy, στο πλαίσιο έρευνας για πιθανή χειραγώγηση της μετοχής της Destek Finans.
Οι κατηγορίες βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της διερεύνησης και δεν αποτελούν οριστική απόδειξη ενοχής.
Γιατί οι Τούρκοι στράφηκαν μαζικά στο χρηματιστήριο
Η ανάπτυξη αυτών των funds συνδέεται άμεσα με τις ιδιαίτερες οικονομικές συνθήκες στην Τουρκία.
Για χρόνια, ο υψηλός πληθωρισμός και η διαρκής υποχώρηση της λίρας περιόριζαν την αγοραστική δύναμη των τραπεζικών καταθέσεων. Πολλοί πολίτες αναζήτησαν εναλλακτικούς τρόπους προστασίας των αποταμιεύσεών τους, αγοράζοντας ξένο συνάλλαγμα, χρυσό, ακίνητα, μετοχές και μερίδια επενδυτικών κεφαλαίων.
Το χρηματιστήριο θεωρήθηκε από πολλούς ως αντιστάθμισμα στον πληθωρισμό: εάν οι τιμές των αγαθών και η ονομαστική αξία των εταιρειών αυξάνονταν, οι μετοχές θα μπορούσαν θεωρητικά να διατηρήσουν την πραγματική αξία των αποταμιεύσεων.
Παράλληλα, η αποχώρηση μεγάλου μέρους των ξένων επενδυτών από την Τουρκία αύξησε τη σημασία των εγχώριων ιδιωτών στην αγορά. Η εξάπλωση των ηλεκτρονικών εφαρμογών συναλλαγών και η εντυπωσιακή προβολή των υψηλών αποδόσεων έφεραν στο χρηματιστήριο πολίτες με περιορισμένη εμπειρία στους επενδυτικούς κινδύνους.
Το αποτέλεσμα ήταν η διοχέτευση μεγάλου μέρους των οικογενειακών αποταμιεύσεων σε προϊόντα που έμοιαζαν εύκολα ρευστοποιήσιμα, αλλά στην πραγματικότητα βασίζονταν σε μετοχές από τις οποίες δεν μπορούσαν να αποχωρήσουν όλοι οι επενδυτές ταυτόχρονα.
Η βουτιά της Borsa Istanbul
Η κρίση των funds μεταδόθηκε γρήγορα στο Χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης.
Ο δείκτης BIST 100 υποχώρησε κατά περίπου 5,5% την Τετάρτη, ενεργοποιώντας τον αυτόματο μηχανισμό προσωρινής διακοπής των συναλλαγών. Σε διάστημα τριών συνεδριάσεων οι συνολικές απώλειες πλησίασαν το 9%.
Η αγορά ανέκαμψε προσωρινά την Πέμπτη, μετά τις παρεμβάσεις των αρχών, αλλά επέστρεψε σε πτώση την Παρασκευή. Σε εβδομαδιαία βάση, ο βασικός δείκτης έχασε περίπου 8,5%, καταγράφοντας τη χειρότερη εβδομάδα του από τον Μάρτιο του 2025. Παρέμεινε, πάντως, περίπου 17% υψηλότερα από την αρχή του έτους.
Οι αγορές συναλλάγματος και κρατικών ομολόγων εμφάνισαν πολύ μικρότερες μεταβολές. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, η αναταραχή παραμένει κυρίως περιορισμένη στη χρηματιστηριακή αγορά και δεν έχει εξελιχθεί σε γενικευμένη κρίση εμπιστοσύνης προς την τουρκική οικονομία.
Η παρέμβαση της κεντρικής τράπεζας
Η κεντρική τράπεζα αύξησε τη χρηματοδότηση μέσω πράξεων επαναγοράς στα 300 δισ. λίρες και διεύρυνε τα όρια δανεισμού στη διατραπεζική αγορά.
Παράλληλα, οι αρχές μείωσαν προσωρινά από 35% σε 20% το ελάχιστο περιθώριο διατήρησης για χρηματιστηριακές συναλλαγές με πίστωση, ώστε να περιοριστεί η πίεση στις χρηματιστηριακές εταιρείες και να αποφευχθούν νέες αναγκαστικές πωλήσεις.
Η κυβέρνηση χαρακτήρισε το πρόβλημα «μεμονωμένο και διαχειρίσιμο», ενώ ο Μεχμέτ Σιμσέκ υποστήριξε ότι δεν υπάρχει συστημικός κίνδυνος.
«Μέχρι στιγμής οι αγορές λειτουργούν όπως θα έπρεπε», δήλωσε στο NTV, προσθέτοντας ότι το προβληματικό τμήμα της αγοράς έχει ουσιαστικά τεθεί σε «καραντίνα».
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα επίμαχα funds αντιπροσωπεύουν περίπου το 10% της συνολικής αγοράς επενδυτικών κεφαλαίων.
Η προειδοποίηση της MSCI
Το σκάνδαλο είχε προαναγγελθεί από ανησυχίες διεθνών επενδυτών.
Τον Ιούνιο, η MSCI επισήμανε επαναλαμβανόμενα περιστατικά πιθανών συντονισμένων συναλλαγών, ιδιαίτερα μεταξύ funds και μικρών εισηγμένων εταιρειών με τις οποίες υπήρχαν στενές μετοχικές ή επιχειρηματικές σχέσεις.
Κατά την MSCI, οι συναλλαγές αυτές μπορούσαν να διογκώνουν τεχνητά την εμφανιζόμενη ελεύθερη διασπορά των μετοχών, δηλαδή το ποσοστό που θεωρείται διαθέσιμο προς διαπραγμάτευση από το επενδυτικό κοινό.
Η εταιρεία ζήτησε:
- λεπτομερέστερη και ταχύτερη γνωστοποίηση των πραγματικών δικαιούχων των μετοχών,
- ισχυρότερη εποπτεία των συντονισμένων συναλλαγών,
- αποτελεσματικές κυρώσεις και
- σαφείς κανόνες για μετοχές των οποίων η ελεύθερη διασπορά εμφανίζεται τεχνητά διογκωμένη.
Η MSCI προειδοποίησε ότι, εάν μέχρι την αναθεώρηση των δεικτών τον Νοέμβριο του 2026 δεν υπάρξει «απτή και αξιόπιστη πρόοδος», μπορεί να ξεκινήσει διαβούλευση για τη μελλοντική μεταχείριση της Τουρκίας και των τουρκικών μετοχών στους δείκτες της.
Η προειδοποίηση δεν σημαίνει ότι έχει ήδη αποφασιστεί υποβάθμιση της Τουρκίας από την κατηγορία των αναδυόμενων αγορών. Ωστόσο, ακόμη και η έναρξη επίσημης διαβούλευσης θα αποτελούσε σοβαρό πλήγμα για την εικόνα της χώρας.
Πολλά διεθνή funds ακολουθούν παθητικά τους δείκτες της MSCI. Εάν μειωθεί η συμμετοχή των τουρκικών μετοχών ή αλλάξει η κατάταξη της χώρας, μπορεί να προκληθούν αυτόματες εκροές ξένων κεφαλαίων.
Γιατί αποτελεί πολιτικό πρόβλημα για τον Ερντογάν
Η κρίση έρχεται σε ιδιαίτερα δύσκολη στιγμή για την κυβέρνηση.
Από την επιστροφή του στο υπουργείο Οικονομικών το 2023, ο Μεχμέτ Σιμσέκ επιχειρεί να απομακρύνει την Τουρκία από την ανορθόδοξη οικονομική πολιτική των πολύ χαμηλών επιτοκίων, να περιορίσει τον πληθωρισμό και να πείσει τις αγορές ότι οι οικονομικοί θεσμοί λειτουργούν με προβλέψιμους κανόνες.
Το σκάνδαλο δημιουργεί τρία διαφορετικά προβλήματα:
Πρώτον, πλήττει απλούς Τούρκους αποταμιευτές, οι οποίοι στράφηκαν στα funds αναζητώντας προστασία από τον πληθωρισμό και την υποτίμηση της λίρας.
Δεύτερον, εγείρει το ερώτημα γιατί οι ρυθμιστικές αρχές δεν παρενέβησαν νωρίτερα, παρά τις εντυπωσιακές αποδόσεις, τη μεγάλη συγκένρωση σε συνδεδεμένες μετοχές και τις προειδοποιήσεις διεθνών οργανισμών.
Τρίτον, δυσκολεύει την προσπάθεια ανάδειξης της Κωνσταντινούπολης σε περιφερειακό χρηματοπιστωτικό κέντρο. Οι ξένοι επενδυτές δεν αξιολογούν μόνο τις αποδόσεις, αλλά και την ποιότητα της εποπτείας, τη διαφάνεια των συναλλαγών, την ανεξαρτησία των θεσμών και την προβλεψιμότητα της Δικαιοσύνης.
Η κυβέρνηση μπορεί να περιορίσει τις άμεσες επιπτώσεις με ρευστότητα, αναστολές συναλλαγών και ελεγχόμενη εκκαθάριση. Δυσκολότερο θα είναι να απαντήσει στο ερώτημα πώς funds με αποδόσεις δεκάδων χιλιάδων τοις εκατό και τεράστιες θέσεις σε μετοχές συνδεδεμένων εταιρειών μπόρεσαν να αναπτυχθούν χωρίς έγκαιρη παρέμβαση.
Το κρίσιμο στοίχημα της εμπιστοσύνης
Η τουρκική χρηματιστηριακή αγορά, με κεφαλαιοποίηση περίπου 400 δισ. δολαρίων, είναι σχετικά μικρή σε σύγκριση με τις μεγάλες διεθνείς αγορές. Για την Τουρκία, όμως, έχει ιδιαίτερη σημασία ως πηγή χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και ως διέξοδος για τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών.
Η σταθερότητα της λίρας και των ομολόγων δείχνει ότι το πρόβλημα δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε γενικευμένη οικονομική κρίση. Αυτό στηρίζει την εκτίμηση Σιμσέκ ότι δεν υπάρχει άμεσος συστημικός κίνδυνος.
Η ζημιά στην αξιοπιστία, ωστόσο, μπορεί να αποδειχθεί μεγαλύτερη και πιο μακροχρόνια από τις απώλειες μιας εβδομάδας στο χρηματιστήριο.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν οι αρχές θα ολοκληρώσουν ομαλά τη ρευστοποίηση των funds. Είναι αν θα αποκαλύψουν ποιοι ωφελήθηκαν από την εκρηκτική άνοδο, αν θα αποζημιωθούν όσο το δυνατόν πληρέστερα οι επενδυτές και αν θα θεσπιστούν κανόνες που θα αποτρέψουν την επανάληψη του ίδιου φαινομένου.
Από τις απαντήσεις θα κριθεί όχι μόνο η πορεία της Borsa Istanbul, αλλά και η αξιοπιστία της προσπάθειας Ερντογάν και Σιμσέκ να παρουσιάσουν την Τουρκία ως ασφαλή, διαφανή και αξιόπιστο προορισμό για διεθνή κεφάλαια.

