Το κείμενο άρθρου γνώμης του Μπαρίν Καγιάογλου στο Türkiye Today παρουσιάζει την οπτική ενός τουρκικού μέσου που αντιμετωπίζει θετικά τις περιφερειακές επιδιώξεις της Άγκυρας – Οι εκτιμήσεις για πιθανά ανταλλάγματα, πιέσεις και μελλοντικές συμφωνίες αποτελούν επιχειρήματα του αρθρογράφου, όχι επιβεβαιωμένους όρους της πώλησης
Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται αντιμέτωπη με πιέσεις σε πολλά μέτωπα και αναζητεί μεγαλύτερη ασφάλεια μέσω της προμήθειας αμερικανικών μαχητικών F-35. Η επιδίωξη του Ριάντ να αποκτήσει 48 αεροσκάφη πέμπτης γενιάς δεν προκαλεί έκπληξη. Σε ένα περιφερειακό περιβάλλον που γίνεται πιο επικίνδυνο εξαιτίας του Ιράν, του Ισραήλ και των Χούθι, η απόκτηση ενός από τα πιο προηγμένα μαχητικά στον κόσμο έχει προφανή στρατιωτικά οφέλη.
Το ερώτημα, κατά τον αρθρογράφο, είναι τι άλλο θα κληθεί να παραχωρήσει η Σαουδική Αραβία πέρα από το τίμημα των 24 δισ. δολαρίων.
Στην ανακοίνωσή του στις 17 Σεπτεμβρίου, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών παρουσίασε την πώληση ως κίνηση που εξυπηρετεί τους στόχους εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, ενισχύοντας έναν σημαντικό σύμμαχο εκτός ΝΑΤΟ στον Κόλπο. Η συμφωνία περιλαμβάνει, εκτός από τα αεροσκάφη, εκπαίδευση, ανταλλακτικά και προηγμένα συστήματα.
Δεν συμφωνούν, ωστόσο, όλοι στην Ουάσινγκτον. Ο Δημοκρατικός βουλευτής Ράτζα Κρισναμούρθι αντιτάχθηκε στην πώληση, επικαλούμενος τις σχέσεις του Ριάντ με το Πεκίνο και τον κίνδυνο πρόσβασης της Κίνας σε ευαίσθητη αμερικανική στρατιωτική τεχνολογία.
Τα αεροσκάφη και τα πιθανά ανταλλάγματα
Για τον Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζει ο Καγιάογλου, η πώληση F-35 αποτελεί και σημαντική εμπορική συμφωνία. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει συνδέσει εδώ και χρόνια τη στρατηγική σχέση με τη Σαουδική Αραβία με επενδύσεις στις ΗΠΑ. Στην αρχή της δεύτερης θητείας του, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε σαουδαραβική πρόθεση για επενδύσεις ύψους 600 δισ. δολαρίων στην αμερικανική οικονομία.
Ο αρθρογράφος θεωρεί ότι η πώληση των μαχητικών και η πρόσφατη συμφωνία για μη στρατιωτική πυρηνική τεχνολογία είναι μέρος των κινήσεων με τις οποίες η Ουάσινγκτον επιδιώκει να διατηρήσει το Ριάντ κοντά της. Αμφισβητεί, όμως, αν οι ΗΠΑ προσφέρουν στη Σαουδική Αραβία την ασφάλεια που εκείνη αναμένει.
Ως παράδειγμα επικαλείται τις νέες επιθέσεις των Χούθι. Παρά τα σαουδαραβικά αιτήματα, γράφει, ο Τραμπ επέλεξε να μη θέσει σε κίνδυνο την εύθραυστη εκεχειρία που είχε συνάψει με την οργάνωση. Την ίδια στιγμή, κατά την ανάλυσή του, το Ριάντ δέχεται πιέσεις να προσχωρήσει στις Συμφωνίες του Αβραάμ για την εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ, ενώ αντιμετωπίζει και απειλές κατά των ενεργειακών υποδομών του από φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Καγιάογλου αναρωτιέται αν τα F-35 λειτουργούν ως κίνητρο για ευρύτερες σαουδαραβικές παραχωρήσεις. Ένα πιθανό αντάλλαγμα που θέτει υπό συζήτηση είναι η αναβίωση του οικονομικού διαδρόμου Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης (IMEC), ο οποίος προβλέπει σύνδεση της Ινδίας με ευρωπαϊκές αγορές μέσω λιμανιών, σιδηροδρόμων και οδικών δικτύων που θα διέρχονται από τον Κόλπο, τη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ.
Ο ρόλος του Ισραήλ στον αμερικανικό σχεδιασμό
Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται και η αμερικανική υποχρέωση διατήρησης του λεγόμενου «ποιοτικού στρατιωτικού πλεονεκτήματος» του Ισραήλ έναντι των γειτονικών του χωρών. Ο αρθρογράφος εκτιμά ότι μια πώληση F-35 στη Σαουδική Αραβία θα έδινε στο Ισραήλ τη δυνατότητα να ζητήσει ακόμη μεγαλύτερα πακέτα στρατιωτικής βοήθειας και εξοπλισμών από τις ΗΠΑ.
Κατά την εκτίμησή του, αυτά θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν επιπλέον συστήματα αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας, πολεμικά πλοία και νέα μαχητικά. Έτσι, υποστηρίζει, μια συμφωνία που ενισχύει τη σαουδαραβική αεροπορία θα μπορούσε ταυτόχρονα να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση της ισραηλινής.
Η τουρκική οπτική: Η συμφωνία της Μέκκας και το KAAN
Εδώ ο Καγιάογλου στρέφει την προσοχή του στις συνέπειες για την Τουρκία. Εκτιμά ότι ενδεχόμενη αμερικανική και ισραηλινή πίεση προς το Ριάντ να προτιμήσει τις Συμφωνίες του Αβραάμ θα μπορούσε να αποδυναμώσει την κοινή αμυντική συμφωνία της Μέκκας, που, σύμφωνα με το άρθρο, υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου. Παρουσιάζει τη συμφωνία αυτή ως μέσο αποτροπής απέναντι σε περιφερειακούς παράγοντες, στους οποίους περιλαμβάνει τόσο το Ιράν όσο και το Ισραήλ.
Μια δεύτερη ανησυχία αφορά το τουρκικό μαχητικό KAAN. Αν τα αμερικανικά F-35 συνοδευτούν από άλλες δεσμεύσεις του Ριάντ προς την Ουάσινγκτον, υποστηρίζει, ενδέχεται να δυσκολέψουν οι φημολογούμενες συνομιλίες Τουρκίας και Σαουδικής Αραβίας για κοινή παραγωγή του αεροσκάφους.
Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι αυτές οι ανησυχίες μπορεί να αποδειχθούν υπερβολικές. Η Σαουδική Αραβία, σημειώνει, ακολουθεί τα τελευταία χρόνια πιο ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Επιπλέον, θεωρεί ότι το KAAN θα μπορούσε να παραμείνει ελκυστικό για το Ριάντ ακριβώς επειδή θα του πρόσφερε μεγαλύτερη ελευθερία στη χρήση και στην ανάπτυξη ενός μαχητικού, εφόσον η σαουδαραβική και η αμερικανική πολιτική διαφωνούσαν.
Ο αρθρογράφος αναφέρεται και στους κατά καιρούς ισχυρισμούς περί δυνατότητας εξ αποστάσεως απενεργοποίησης αμερικανικών οπλικών συστημάτων. Ο ίδιος τους χαρακτηρίζει μη αποδεδειγμένους· δεν τους παρουσιάζει ως τεκμηριωμένη δυνατότητα των F-35. Το ουσιαστικό επιχείρημά του αφορά την εξάρτηση που δημιουργούν η υποστήριξη, τα ανταλλακτικά και οι όροι χρήσης ενός εισαγόμενου οπλικού συστήματος.
Με την ίδια συλλογιστική, εκτιμά ότι μια κοινή πρωτοβουλία μαχητικού νέας γενιάς με την Τουρκία και το Πακιστάν θα μπορούσε να προσφέρει στη Σαουδική Αραβία μεγαλύτερο ρόλο ως εταίρου, αντί για εκείνον του πελάτη που αγοράζει έτοιμο εξοπλισμό.
Το πραγματικό κόστος, σύμφωνα με την ανάλυση
Το συμπέρασμα του Καγιάογλου είναι ότι τα 24 δισ. δολάρια μπορούν να εξασφαλίσουν στη Σαουδική Αραβία 48 εξαιρετικά προηγμένα μαχητικά, αλλά ίσως τη συνδέσουν στενότερα με τις στρατηγικές προτεραιότητες των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Θεωρεί ότι το Ριάντ πρέπει να σταθμίσει την ενίσχυση της αεροπορικής του ισχύος απέναντι στον κίνδυνο περιορισμού της αυτονομίας που προσπάθησε να οικοδομήσει την τελευταία δεκαετία.
Αυτή είναι η κεντρική θέση του άρθρου γνώμης: το ενδεχόμενο γεωπολιτικό κόστος της συμφωνίας μπορεί, κατά τον συντάκτη, να αποδειχθεί μεγαλύτερο από το οικονομικό της τίμημα.

